Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποίηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Μαΐου 2021

Μιχάλης Πασιαρδής, μας έφυγε το Μεγάλο Σάββατο, 1η Μαΐου 2021




Το λλίον ένι το πολλύν, τούτη ένι η αρκοντιά μας, 
πάππου προς πάππου σ’ τούντην γην τζι εμείς τζιαι τα παιθκιά μας 
τζι αν θέλετε η Τζιύπρου μας πάλε να ξαναζήσει, 
μέσα στο λλίον το πολλύν καθένας μας να ζήσει.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΑΣΙΑΡΔΗΣ  




Στίχοι: Μιχάλης Πασιαρδής
Μουσική: Νίκος Παπάζογλου
Πρώτη εκτέλεση: Νίκος Παπάζογλου

Σάββατο μοιάζεις με κερί
σε μακρινό ξωκκλήσι
που αργά σημαίνει εσπερινό
σε πορφυρένια δύση

Σάββατο μοιάζεις με φωτιά
σε χρόνια περασμένα
που τραγουδούσαν τα πουλιά
για σένα και για μένα

κι όταν σιμώνει Κυριακή
και ξεψυχάς Σαββάτο
ποτήρι μοιάζεις αδειανό
ποτήρι μ' άσπρο πάτο

Τρίτη 9 Μαρτίου 2021

Ποίηση

  Αναμνήσεις

Απόψε βρέχει πολύ, βρέχει και μες στην ψυχή μου, κι απλώνει μια παγωνιά μεγάλη, χωρίς αγκαλιά, χωρίς χάδι...

Του μυαλού μου οι αναμνήσεις έχουν παγώσει, έχουν αδειάσει από ήχους, απόψεις και συνθήματα. Του μυαλού μου οι αναμνήσεις έμειναν απλές εικόνες να μου θυμίζουν το χθες, χωρίς προβλήματα, φωνασκίες κι αντιφάσεις.

Απόψε βρέχει πολύ, τρέχει η βροχή και ξεπλένει τις εικόνες του παρελθόντος από τα χρώματα τους και γίνονται οι αναμνήσεις όλο και πιο απόμακρες, χωρίς αισθήματα και συγκινήσεις.

Κάποτε, ο ήλιος πάλι θα ανατείλει κι οι ηλιαχτίδες του θα φτιάξουν εικόνες με φως και ζεστασιά, γεμάτες αγκαλιά κι ελπίδα.

..................................................................................................................................

Ρωμιός και Τούρκος, πρόσφυγες

Είμαστε κι οι δυο πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο,
εγώ ρωμιός κι εσύ Τούρκος, εγώ Κύπριος κι εσύ Κύπριος,
εγώ Έλληνας Κύπριος κι εσύ Τούρκος Κύπριος.
Είμαστε κι οι δυο πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο…

Εγώ αγαπώ τον τόπο μας κι εσύ αγαπάς τον τόπο μας.
Ονειρεύομαι την ειρήνη και το δίκαιο, κι εσύ το ίδιο…
Είμαι άνθρωπος κι εσύ το ίδιο, είσαι άνθρωπος κι εγώ το ίδιο…

Πατρίδα μια και για τους δυο μας, ο αγώνας κοινός, το όνειρο ίδιο:
«Πατρίδα ενωμένη, λαός ενωμένος».

Είμαστε κι οι δυο πρόσφυγες στον ίδιο μας τον τόπο!...
Ρωμιός και Τούρκος πρόσφυγες! …

......................................................................................................................................................



Το σπίτι που γεννήθηκα το ’χουν χαλάσει Αττίλες κουρσάροι…
Στέκεται τώρα στη φαντασία μου, πίσω από το συρματόπλεγμα του στρατοπέδου.
Το βλέπω μόνο εγώ, το αγγίζω με το χέρι του ονείρου,
το χαϊδεύω γλυκά, όπως η μάνα τα μαλλάκια του μικρού της γιού.
………………………………………………………………..

Με άγγιξε στον ώμο ο Τούρκος στρατιώτης,
μου μίλησε στη γλώσσα του, που εγώ δεν κατάλαβα,
μου έδειξε με το δάκτυλό του το δρόμο για να φύγω…

Παίρνω το όνειρο μαζί μου και φεύγω, το σπίτι που γεννήθηκα ολόρθο,
να με καρτερά πότε θα γυρίσω πίσω, την πόρτα του ν’ ανοίξω…
Το όνειρο δεν μπορείς να το σκοτώσεις, δεν μπορείς να το χαλάσεις Τούρκε στρατιώτη!
Το σπίτι που γεννήθηκα για μένα στέκει ολόρθο, ολόφωτο, να καρτερά το γυρισμό μου!...

Το σπίτι που γεννήθηκα το ’χουν χαλάσει Τούρκοι κουρσάροι…
Ζει όμως, στην καρδιά, στο νου και στην ψυχή μου,
εικόνα αγαπημένη, εικόνισμα να το προσκυνώ - να βάζω τον σταυρό μου.

.......................................................................................................................................................

Τρίτη 29 Μαρτίου 2016

Το ποίημα του Β. Μαυρονικόλα θα μελοποιήσει ο Μ. Πλέσσας - Μελοποίηση ενός Ύμνου για την Πάφο


Σε υλοποίηση της πρότασης που δέχτηκε από τον Δήμαρχο Πάφου Φαίδωνα Φαίδωνος για την μελοποίηση ενός Ύμνου για την πόλη μας, σε στίχους συμπολιτών μας ποιητών, ο καταξιωμένος μουσουργός Μίμης Πλέσσας απέστειλε στον Δήμαρχο επιστολή σχετικά με την τελική επιλογή του ποιήματος.
Ο κ. Πλέσσας στην επιστολή εκφράζει τον θαυμασμό του στον Δήμαρχο Πάφου αλλά στους συμπολίτες ποιητές για το έργο τους.
Ο συνθέτης που παρέλαβε τα ποιήματα από τον Μαυρίκιο Μαυρικίου σημείωσε πως δυσκολεύτηκε να αποφασίσει ποιο μεταξύ των 4 επικρατέστερων θα μελοποιούσε.
Τελικά, διάλεξε- όπως είπε- το ποίημα του Βαγγέλη Μαυρονικόλα με προσωρινό τίτλο «Καλωσόρισμα στην Πάφο- το 1183 π.Χ.» και με το τέλος της επωδού το ονόμασε «Χρυσοφιλούσα Πάφος».
Ο καταξιωμένος συνθέτης Μίμης Πλέσσας στην επιστολή του αναφέρει πως μελοποίησε το ποίημα και θα δοκιμάσει να το ενορχηστρώσει.
Απηύθυνε ωστόσο στον Δήμαρχο Πάφου Φαίδωνα Φαίδωνος έκκληση προκειμένου να ενημερωθεί αν πρέπει να είναι για συμφωνική ορχήστρα και χορωδία ή για μπάντα και αντρική χορωδία.
Κάλεσε τον κ . Φαίδωνος να αναγγείλει στον ποιητή Βαγγέλη Μαυρονικόλα την απόφαση μου της μελοποίησης του ποιήματος του, συγχαίροντας τον.
Ευχήθηκε τέλος στον Δήμαρχο “ Kαλή Άνοιξη και καλή μας επιτυχία”.
Σημειώνεται ότι η ανταπόκριση των πνευματικών ανθρώπων της Πάφου στην ιδέα αυτή ήταν εντυπωσιακή, αφού ο Δήμος έλαβε και προώθησε στον μεγάλο συνθέτη αρκετές δεκάδες ποιήματα γνωστών και καταξιωμένων συμπολιτών μας.
Μιλώντας στο ΚΥΠΕ ο Βαγγέλης Μαυρονικόλας, είπε πως το ποίημα του είναι εμπνευσμένο από την υποδοχή των Αχαιών στις ακτές της Πάφου , μετά την θαλασσοθύελλα, κατά την επιστροφή τους από τον Πόλεμο της Τροίας.
Παρότι, μετά το γεγονός αυτό και την βασιλεία του Αγαπήνορα, πέρασαν πολλοί κατακτητές είπε ο κ. Μαυρονικόλας, εν τούτοις ο πολιτισμός που διατηρείται και χαρακτηρίζει την Πάφο του σήμερα είναι ο Ελληνικός, όπως τον μετέφεραν οι Αχαιοί.
Ο Βαγγέλης Μαυρονικόλας γεννήθηκε στα Κονιά της Πάφου. Σπούδασε Αρχιτεκτονική στο Ε.Μ.Π.1981 – 1986.
Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις και έχει στο ενεργητικό πολλές ποιητικές συλλογές όπως την ποιητική συλλογή Αυτογνωσία – 1988, την ποιητική συλλογή « Εναγώνιος Προσμονή»-1990 , την ποιητική συλλογή « Παρενθέσεις» 1991 , Αρχιτεκτονική « Αναδρομή 1986- 2006» και Βιογραφία « Χρίστος Σπύρου » 2009.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: ikypros.com

Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Αναμνήσεις

Απόψε βρέχει πολύ, βρέχει και μες στην ψυχή μου, κι απλώνει μια παγωνιά μεγάλη, χωρίς αγκαλιά, χωρίς χάδι...

Του μυαλού μου οι αναμνήσεις έχουν παγώσει, έχουν αδειάσει από ήχους, απόψεις και συνθήματα. Του μυαλού μου οι αναμνήσεις έμειναν απλές εικόνες
να μου θυμίζουν το χθες, χωρίς προβλήματα, φωνασκίες κι αντιφάσεις.

Απόψε βρέχει πολύ, τρέχει η βροχή και ξεπλένει τις εικόνες του παρελθόντος από τα χρώματα τους και γίνονται οι αναμνήσεις όλο και πιο απόμακρες, χωρίς αισθήματα και συγκινήσεις.

Κάποτε, ο ήλιος πάλι θα ανατείλει, κι οι ηλιαχτίδες του θα φτιάξουν εικόνες με φως και ζεστασιά, γεμάτες αγκαλιά κι ελπίδα.

Πάμπος Μιχαήλ

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

Σπύρος Αραβανής: Πέρα από το σώμα

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ

Ο πόθος με ταξίδεψε πιο πέρα από το σώμα
Τα μάτια μου τα γύμνασα σε κοραλλένια χείλη
Τα βήματα μου έστειλα σε ναρκοπέδια μνήμης
Και οδοφράγματα έσπασα τριγύρω από το στόμα


Τα χέρια είδανε πολλά μα πιο πολλά η καρδιά μου
Λεχώνες ήταν οι χαρές γεννήτορες οι φόβοι
Είδα κοπάδια να περνούν οι ψεύτες και οι νόμοι
Τις ενοχές να μου πουλούν σαν μόνα γιατρικά μου


Μύρισα ανθρώπινα κορμιά, καημούς και ναφθαλίνη
Αυθαίρετα αισθήματα με βία γκρεμισμένα
Μέτρησα πέτρες και σιωπή στο μέλι βουτηγμένα
Και αρρώστιες να τρέχουνε σαν πεινασμένα κτήνη


Γνώρισα μύθους να γλεντούν ζεστό το μερτικό τους
Και μετανάστες να μετρούν τα «Όχι» για να ζήσουν
Αλλότριες χώρες ξένη γη να ψάχνουν να βαπτίσουν
Θρησκείες ν’ ονοματίζουνε «Θεό» το φονικό τους


Έρωτες πένθησα λειψούς, σε οθόνη αυνανισμένους
Παιδιών ανάσες ζωηρές στο χθες σαν κουρδισμένες
Γεύσεις, πρωτόγονες τροφές, δηλητηριασμένες
Και τις επιτυχίες μας σαν θύματα άγριου μένους


Κι αν ήρθαν μέρες δύσκολες, μέρες ευλογημένες
Τα βράδια μου στο ζύγισμα το χρόνο τον νικούσα
Όλου του κόσμου τις φωτιές στο βλέμμα μου κεντούσα
Στα δόντια μου ήταν οι στιγμές σαν σφαίρες μασημένες.



Σπύρος Αραβανής

ΠΗΓΗ: "Ποιείν"

Τρίτη 19 Νοεμβρίου 2013

Πολυτεχνείο: Τα κάγκελα


"Μπροστά απ' τα κάγκελα οι σκλάβοι που φοβούνται 
όπλα κρατάνε και ο δρόμος τούς ανήκει 
πίσω απ' τα κάγκελα φωνές που δε φοβούνται 
και μοιάζουν θάλασσα που πλέει ένα καϊκι." 

Έτσι, για να μην ξεχνούμε τι έγινε στο Πολυτεχνείο, από τις 14 έως τις 17 του Νιόβρη του 1973

ΠΗΓΗ: Βιβλίο Γλώσσας Δ΄ Δημοτικού, Μέρος Α, σελ.55

Κυριακή 21 Απριλίου 2013

Την φετεινήν Ανάστασην, ένα ποίημα του Αντώνη Γαβριήλ Παπά

Την φετεινήν Ανάστασην εύχομαι στον καθένα
να την περάσει όμορφα, σωστά τζιαι μετρημένα .
Τζι΄αν έφκηκεν στον Γοργοθάν με το Χριστόν αντάμα
τζι’ αν ζιει το οικονομικόν τ απίστευτον το δράμα
ν’ αφήσει πίσω τους καημούς, τες πίκρες τζιαι το κλάμα
τζιαι να σταθεί στα πόθκια του τ’ ανάστημα να ορθώσει
για να’ ρτει ώρα σύντομα πο’ ν να το κατορθώσει
ν’ αναστηθεί σαν το Χριστόν τζιαι να βρει την γαλήνην
την ευτυχίαν, την χαράν τζιαι την δικαιοσύνην.

Ο Αντώνης Γαβριήλ Παπά μ’ αγάπη σας τα γράφει
τζιαι η Μαρία Α.Παπά τα σκίτσα υπογράφει.


Ποίημα: Αντώνης Γαβριήλ Παπά
Εικονογράφηση: Μαρία Α. Παπά




Κυριακή 2 Δεκεμβρίου 2012

ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ


                 ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΑ


 Οι νόμοι ούλλοι έχουσιν  πόρτες  τζιαί παραθύρκα
τζιαί μοιάζουν με κουκλόσπιτα πόσιει στα παναΐρκα
για τούτον τζι’εν θωρούμεν πιον πας’τούντη γη χαΐρκα.
Γιατί τον τρόπον δείχνουσιν στους μιάλους να γλυτώνουν
τζιαί τα σπασμένα οι μιτσιοί πάντα τους να πιερώνουν.
Συμβαίνουν καθημερινά τζι’ας το παραδεκτούμεν
αφού ομπρός μας μια ζωήν εν τούτα που θωρούμεν
Kαπάλιν έτσι γίνεται τζι’εν η πικρή αλήθκεια
ε-γεγονότα της ζωής τζιαί όϊ παραμύθκια.
Είσαι φτωχός τζιαί έκλεψες έστω τζιαί μια μπακκίρα
κλάψε πιον για την τύχη σου τζιαί την πικρή σου μοίρα.
Πάεις καταδικάζεσαι τζιαί φκαίνει  τ’όνομα σου
τζι’ομπρός τους ε-να-τό βρουσιν αύριο τα παιθκιά σου.
Κλέφτουν εκατομύρια τζι’εν τους καταδικάζουν
αλλά τζιαί με ευγένειαν Κύριους τους φωνάζουν.
Φτωσιοί το νου σας νάσιετε τζι’αιτίες μεν διάτε
πάντα σας να προσέχετε να μεν παρανομάτε
γιατί χωρίς σκέψην πολλή στη φυλακή θα πάτε
τζιαί παραθύρκα αννοικτά εσείς μεν-ι-ζητάτε
ε-μόνο για τους δυνατούς τζι’άδικα συζητάτε.

ΑΝΤΩΝΗΣ  ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΑΠΑ
ΚΙΤΙ-ΛΑΡΝΑΚΑ

Πέμπτη 1 Νοεμβρίου 2012

ΑΛΛΑ ΖΗΤΟΥΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΗΡΑ


ΑΛΛΑ ΖΗΤΟΥΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΘΕΟ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΠΗΡΑ

Ζήτησα από τον Θεό να μου δώσει δύναμη,
κι Αυτός μου έδωσε δυσκολίες για να τις ξεπεράσω.

Του ζήτησα σοφία,
κι Αυτός μου έδωσε προβλήματα να μάθω να λύνω.

Του ζήτησα οικονομική άνεση,
κι Αυτός μου έδωσε νου και ικανότητα να δουλεύω.

Του ζήτησα θάρρος,
κι Αυτός μου έδωσε κινδύνους να ξεπερνώ.

Του ζήτησα αγάπη,
κι Αυτός μου έδωσε προβληματικά άτομα να βοηθώ.

Του ζήτησα χαρές,
κι Αυτός μου έδωσε ευκαιρίες να εκμεταλλευτώ.

Απ’ ό,τι ζήτησα δεν πήρα τίποτε – τίποτε απ’ αυτά που ήθελα.
Πήρα όμως τα πάντα – αυτά που χρειαζόμουν.
Η προσευχή μου εισακούστηκε.



Η μετάφραση έγινε από τον Γιώργο Ψυχή.
Ο ποιητής είναι άγνωστος.

ΠΗΓΗ: Πανίκος Πρωτοπαπάς* 
* Ο ίδιος σημειώνει για το ποίημα αυτό: "Το βρήκα σε μια εφημερίδα, το καλοκαίρι του 1998"

Σάββατο 5 Μαΐου 2012

Το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη μελοποιήμενο από τον Γιάννη Ζουγανέλη (1983), ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου


Το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη μελοποιημένο από τον Γιάννη Ζουγανέλη (1983), ερμηνεία: Βασίλης Παπακωνσταντίνου (ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ)
Κατηγορία: Ραδιόφωνο Ποιείν, καταχώρηση από: Σπύρος Αραβανής


Το ντοκουμεντο και η ιστορία της μελοποίησης που ακολουθεί ανήκουν στον japan88gr.

ΙV.
Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα, μ’ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ακούς
Μαχαίρι
Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει,μ’ακούς
Είμ’εγώ,μ’ακούς
Σ’αγαπώ,μ’ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας,μ’ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός,μ’ακούς
Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες
Θά’ρθει μέρα,μ’ακούς
Νά μάς θάψουν , κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι
Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα,μ’ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά,μ’ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα ένα , μ’ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ,μ’ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία,μ’ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες
Τών Αγίων
Βγάζουν δάκρυ αληθινό,μ’ακούς
Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά,μ’ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω ,μ’ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί,μ’ακούς

 Η ιστορία της μελοποίησης
1982. Αθήνα. Τρίτη βράδυ.
Στο δεύτερο πρόγραμμα της ΕΡΤ στο ραδιόφωνο, η Μαρία Παξινού και ο Γιάννης Ζουγανέλης κάνουν, όπως κάθε Τρίτη, την εκπομπή «Τρίτη βράδυ με ποίηση». Ο Γιάννης, για πρώτη φορά αναμεταδίδει ζωντανά μια δική του μελοποίηση σε ένα κομμάτι από το «Μονόγραμμα» του Οδυσσέα Ελύτη.«Πενθώ τον ήλιο»
Ο Νίκος Δήμου (γνωστός συγγραφέας και blogger στις μέρες μας) είναι ένας από τους ακροατές της εκπομπής. Δεν διστάζει να επικοινωνήσει με τον Γιάννη Ζουγανέλη και να του μεταφέρει την χαρά, την ευχαρίστηση και την ικανοποίηση του Οδυσσέα Ελύτη που άκουσε το συγκεκριμένο απόσπασμα μελοποιημένο. Ο ίδιος ο Ελύτης, μέσω του Νίκου Δήμου, ζητάει από τον Γιάννη Ζουγανέλη να μελοποιήσει όλο το «Μονόγραμμα» με σκοπό να εκδοθεί σε δίσκο. Ο Γιάννης κάνει την μελοποίηση.
Στα τέλη του 1982 μπαίνει στο στούντιο και ξεκινάει να ηχογραφεί το «Μονόγραμμα». Ο Μίνως Μάτσας αναλαμβάνει την παραγωγή ενώ η ηχογράφηση γίνεται στο στούδιο PDR του Πάνου Δράκου με την συμμετοχή εξαιρετικών μουσικών:

Σαράντης Κασόρας Πιάνο
 Βασίλης Δερτυλής Keyboards
 Βαγγέλης Πατεράκης Μπάσο
 Δημήτρης Κουτζανίδης Τύμπανα
 Χρήστος Ζέρβας Ηλεκτρικές κιθάρες
 Βάνα Μαγκαφά 2ο Πιάνο
 Γιάννης Ζουγανέλης Ακουστική & ηλεκτρική κιθάρα, μαντολίνο και κρουστά
 Βασίλης Σαλέας Κλαρίνο

Τραγουδούν ο συνθέτης και η Ισιδώρα Σιδέρη, ενώ συμμετέχουν η Δήμητρα Γαλάνη και ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η ενορχήστρωση είναι του Γιάννη Ζουγανέλη ενώ είναι η πρώτη συμμετοχή του Βασίλη Σαλέα σε δισκογραφική δουλειά.
Το υλικό είναι έτοιμο για έκδοση όταν για άγνωστους μέχρι σήμερα λόγους, ο Οδυσσέας Ελύτης ζητάει ξαφνικά από τον Μίνω Μάτσα ένα αστρονομικό ποσό για την παραχώρηση των δικαιωμάτων του «Μονογράμματος». Ο Μάτσας, αδυνατεί να βρεί τα χρήματα αυτά και έτσι η δουλειά μένει στο συρτάρι…

To «Μονόγραμμα» περιέχει 11 κομμάτια.
1. Εισαγωγή στο Μονόγραμμα
 2. Θα γυρίσει αλλού τις χαρακιές
 3. Πενθώ τον ήλιο
 4. Intermedio 1
 5. Έτσι μιλώ για σένα και για μένα
 6. Εχω δεί πολλά
 7. Ειναι νωρίς ακόμη μες τον κόσμο αυτό
 8. Για σένα έχω μιλίσει
 9. Intermedio 2
 10. Στον παράδεισο
 11. Intermedio 3

Τρίτη 1 Μαΐου 2012

Η πρωτομαγιά στην ποίηση


24grammata.com/ Λογοτεχνία
Γιάννης Ρίτσος – Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)
(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,
μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,
βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν – τῶν ἀπερ-
γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):
I
Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,
πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;
Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,
τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;
Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;
Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.
Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.
Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.
II
Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,
Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;
Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.
Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.
Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.
Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;
Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.
III
Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,
Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,
Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,
Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,
Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,
Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,
Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,
Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;
ΙV
Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;
Πουρνὸ – πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.
Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ – πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.
Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.
Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα
Μιὰ – μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.
Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.
Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.
V
Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.
Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.
Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.
Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.
Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν
Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.
Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.
ΙΧ
Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.
Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.
Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.
Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:
Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.
Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.
Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.
Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;



 Γ. Σεφέρης, Επί Ασπαλάθων
Ήταν ωραίο το Σούνιο τη μέρα εκείνη του Ευαγγελισμού.
πάλι με την άνοιξη.
Λιγοστά πράσινα φύλλα γύρω στις σκουριασμένες πέτρες
το κόκκινο χώμα και οι ασπάλαθοι
δείχνοντας έτοιμα τα μεγάλα τους βελόνια
και τους κίτρινους ανθούς.
Απόμερα οι αρχαίες κολόνες, χορδές μιας άρπας που αντηχούν
ακόμη…
Γαλήνη
-Τι μπορεί να μου θύμισε τον Αρδιαίο εκείνον;
Μια λέξη στον Πλάτωνα θαρρώ, χαμένη στου μυαλού
τ’ αυλάκια.
τ’ όνομα του κίτρινου θάμνου
δεν άλλαξε από κείνους τους καιρούς.
Το βράδυ βρήκα την περικοπή:
“τον έδεσαν χειροπόδαρα” μας λέει
“τον έριξαν χάμω και τον έγδαραν
τον έσυραν παράμερα τον καταξέσκισαν
απάνω στους αγκαθερούς ασπάλαθους
και πήγαν και τον πέταξαν στον Τάρταρο κουρέλι”.
Έτσι στον κάτω κόσμο πλέρωνε τα κρίματά του
Ο Παμφύλιος ο Αρδιαίος ο πανάθλιος Τύραννος
31 του Μάρτη 1971

Κώστας Βάρναλης, “Πρωτομαγιά 1943″
Πέσε στα γόνατα , προσκύνα το πανάγιο χώμα
με τη ψυχή κατάκορφα στον ουρανό υψωμένη
όποιος και νά ‘σαι, όθε και νά ‘σαι, κι ό,τι άνθρωπος νά ‘σαι.
Πιότερο ,αν είσαι του λαού ξωμάχος, χειρομάχος ,
φτωχόπαιδο , που αθέλητα σε βάλαν να καρφώσεις,
τον αδερφό σου αντίκρα σου, -με μάνα εσύ κι εκείνος – .
Ετούτη η μάντρα αντίκρυ σου , το σύνορο του κόσμου .
Σ’ αυτην επάνω βρόντηξαν ο Διγενής κι ο Χάρος .
Ήτανε πρώτη του Μαγιού , φως όλα μέσα κι έξω
(έξω τα χρυσολούλουδα και μέσα η καλωσύνη)
που αράδιασε πα στο σοβά πισθάγκωνα δεμένους
και θέρισε με μπαταριές , οχτρός ελληνομάχος,
όχι έναν , δυο , ή τρεις ….διακόσια παλληκάρια .
Δεν ήρθαν μελλοθάνατοι με κλάμα και λαχτάρα ,
μον ήρθανε μελλόγαμπροι με χορό και τραγούδι .
Και πρώτος άρχος του χορού , δυο μπόγια πάνω απ’όλους ,
κι από το Χάρο τρεις φορές πιο πάνου ο Ναπολέος . ( …)

Γιάννης Ρίτσος, “Σκοπευτήριο Καισαριανής”.
Εδώ πέσαμε . Παιδιά του λαού . Γνωρίζετε γιατί .
Γυμνοί , κατάσαρκα φορώντας τις σημαίες ,
-η Ελλάδα τις έρραψε με ουρανό και άσπρο κάμποτο -.
Ακούσατε τις ομοβροντίες στα μυστικόφωτα αττικά χαράματα .
Είδατε τα πουλιά , που πέταξαν αντίθετα στις σφαίρες
αγγίζοντας με τα φτερά τους ,τον ανατέλλοντα πυρφόρον .
Είδατε τα παράθυρα της γειτονιάς ν’ανοίγουνε στο μέλλον .
Εμείς , μερτικό δε ζητήσαμε ….Τίποτα …Μόνον
θυμηθείτε το : αν η ελευθερία
δεν βαδίσει στα χνάρια του αίματός μας ,
εδώ θα μας σκοτώνουν κάθε μέρα . Γεια σας .

ΠΗΓΗ: "24γράμματα"