Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24γράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 24γράμματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 6 Ιανουαρίου 2013

Γιατί γιορτάζουμε τα Θεοφάνια στις 6 Ιανουαρίου;



Τα Θεοφάνια: μια αρχαιότερη εορτή από τα Χριστούγεννα
γράφει ο Δημήτριος Μόσχος, Λέκτορα Γενικής Εκκλησιαστικής Ιστορίας Τμήματος Θεολογίας Πανεπιστημίου Αθηνών
«Στις 6 Ιανουαρίου κλείνει ένα πλουσιότατο σε λατρευτικά δρώμενα, παραδοσιακά έθιμα και μακραίωνες συνήθειες Δωδεκαήμερο, που συνδέεται με κεντρικά στοιχεία του χριστιανικού Ευαγγελίου: την κατά σάρκα γέννηση, την Περιτομή και τη Βάπτιση του Ιησού Χριστού, που είναι βασικοί σταθμοί της Ενανθρώπησης του Θεού στον κόσμο. Παράλληλα, την 1η του έτους εορτάζεται και η μνήμη του μεγάλου Πατέρα της Εκκλησίας μας, Βασιλείου αρχιεπισκόπου Καισαρείας της Καππαδοκίας. Ο συνδυασμός όλων αυτών των στοιχείων κάνουν το διάστημα αυτό έναν πόλο εορταστικό και λατρευτικό στην καρδιά του χειμώνα, που συμπληρώνεται από τον αντίστοιχο εαρινό, δηλαδή εκείνον των πασχαλίων εορτών. Πώς προέκυψε όμως ιστορικά το εορταστικό αυτό σύμπλεγμα;
1. Η αρχή των Θεοφανίων
Για τις εορτές και τη λατρεία των πρώτων Χριστιανών οι πηγές μας είναι βέβαια τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, κατόπιν οι λεγόμενοι Αποστολικοί Πατέρες, που υπήρξαν μαθητές και “ακουσταί” των Αποστόλων, όπως ο Ιγνάτιος Αντιοχείας, ο Κλήμης Ρώμης και άλλοι, και κατόπιν άλλοι χριστιανοί συγγραφείς του 2ου και 3ου αιώνα, καθώς και κείμενα κανόνων, προτροπών και διδαχών που γράφτηκαν τότε.
Σ’ αυτά ξεχωρίζουμε το Πάσχα και την κυριακάτικη Θ. Λειτουργία, τις καθημερινές προσευχές και το βάπτισμα των νέων Χριστιανών, που γινόταν ομαδικά το Μέγα Σάββατο το βράδυ. Για την περίοδο αυτή, του χειμώνα, η πρώτη μαρτυρία που έχουμε είναι του Κλήμεντος του Αλεξανδρέως στο δεύτερο μισό του 2ου αιώνα (δηλαδή 150-210), που μας πληροφορεί ότι οι οπαδοί του Βασιλείδη (που ήταν της αίρεσης των Γνωστικών) γιόρταζαν την ημέρα “του βαπτίσματος του Κυρίου” με αγρυπνίες και αναγνώσματα, χωρίς όμως να συμφωνούν όλοι για την ημερομηνία – άλλοι την τοποθετούσαν στις 6 κι άλλοι στις 10 Ιανουαρίου.
΄Οπως συμπεραίνουν νεώτεροι ειδικοί, από το διάστημα αυτό, ξεκινώντας ίσως από την Αλεξάνδρεια, μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα σ’ όλη την Ανατολή, την 6η Ιανουαρίου εορταζόταν μια τριπλή εορτή: η γέννηση του Χριστού, η προσκύνηση των μάγων και η βάπτισή Του. Η λέξη “Επιφάνεια” καλύπτει και τις τρεις εορτές, είναι η φανέρωση του Θεού ως βρέφους στους ανθρώπους γενικά και στους Μάγους ειδικά, η φανέρωση της Θεότητας στον Ιορδάνη με τη συμμαρτυρία του Πατρός και του Πνεύματος. Γιατί όμως στις 6 Ιανουαρίου;
Η προέλευση, πιθανότατα, είναι εξωβιβλική: είναι γνωστό, ότι αιγύπτιοι λάτρεις ενός μυστηριακού θρησκεύματος εόρταζαν την εμφάνιση του Χρόνου ή Κρόνου μέσα από τα νερά του Νείλου στις 6 Ιανουαρίου. Αυτή ήταν μια από τις πολλές ειδωλολατρικές “Επιφάνειες”. Είναι φανερό ότι οι Χριστιανοί ξεκίνησαν στην Αίγυπτο να δίνουν τη δική τους απάντηση για το ποια είναι η πραγματική “Επιφάνεια” του Θεού μέσα από τα νερά: αυτή του βαπτιζομένου Ιησού. Με το παράδειγμά Του και την εντολή Του αργότερα για βάπτιση των πιστευόντων όχι μόνο πλέον “εν ύδατι” (όπως στην θρησκευτική πρακτική πολλών ανατολικομεσογειακών θρησκειών, όπου το λιγοστό νερό θεωρείται πάντα θεόσταλτο καθαρτήριο), αλλά και “εν Πνεύματι”, ο Χριστός αναδείκνυε τη μοναδική ιστορική “Επιφάνεια” του Θεού σε μια ιστορία ευθύγραμμη, που δεν επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, η “Επιφάνεια” των νερών ή του θεού-Ηλίου (solis invicti) στη Δύση, κατά το χειμερινό ηλιοστάσιο, ήταν η αποθέωση της κυκλικής φυσικής ροής του κόσμου.
2. Η ανάδειξη της ημέρας των Χριστουγέννων
Το βέβαιο είναι ότι μέχρι τα μέσα του 4ου αιώνα τα Θεοφάνια ή “Φώτα” ή Επιφάνεια εμπεριείχαν και την εορτή των Χριστουγέννων, ένας συνδυασμός που απαντά ακόμη και σήμερα στο εορτολόγιο της Αρμενικής Εκκλησίας. Την εποχή του Μ. Βασιλείου (+ 379) και του Γρηγορίου του Θεολόγου μαρτυρούνται στη Μικρά Ασία οι πρώτες περιπτώσεις χωρισμού των δύο εορτών, όπου τα Χριστούγεννα άρχισαν να εορτάζονται στις 25 Δεκεμβρίου από επίδραση της Εκκλησίας της Ρώμης.
Στη Ρώμη είχε αρχίσει από τις πρώτες δεκαετίες του 4ου αιώνα (περί το 330-340) ο εορτασμός των Χριστουγέννων ως απάντηση στα ειδωλολατρικά Βρουμάλια ή Σατουρνάλια, που ήταν η λατρεία του αναγεννώμενου Ηλίου, όταν (περισσότερο εμφανώς στα βορειότερα κλίματα) άρχιζε να ξαναμεγαλώνει η μέρα, μετά το χειμερινό ηλιοστάσιο. Οι Χριστιανοί στη λατρεία του «ξαναγεννημένου Ήλιου» του φυσικού κύκλου, απαντούσαν με τη γέννηση του «νοητού Ηλίου της Δικαιοσύνης». Περί το 375 άρχισαν να εορτάζονται τα Χριστούγεννα και στη Συρία και το 386 ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, εξέφρασε στο Λόγο του “Εις την γενέθλιον ημέρα του Σωτήρος” τη χαρά του, που επιτέλους η 25η Δεκεμβρίου μπήκε επίσημα στο εορτολόγιο της πόλης. Μέχρι το 432 η εορτή είχε φθάσει και στην Αλεξάνδρεια.
Ενώ στη Δύση τα Επιφάνεια συνδέονται μέχρι σήμερα, κυρίως, με την προσκύνηση των Μάγων, στην Ανατολή εξακολούθησαν να εορτάζονται με μεγάλη λαμπρότητα: στα Ιεροσόλυμα την εποχή εκείνη, μας πληροφορεί το Οδοιπορικό της Αιθερίας (ταξιδιωτικός οδηγός μιας ευσεβούς Μαυριτανής κυρίας στα τέλη του 4ου αιώνα) ότι επί μία εβδομάδα μετά τις 6 Ιανουαρίου τελούνταν μία Λειτουργία κάθε μέρα σε συγκεκριμένους μεγάλους ναούς της πόλης από τον επίσκοπο ή μοναχούς.
Οι γνωστές σε όλους μας ευχές του Μεγάλου Αγιασμού έχουν σαφώς εξορκιστικό χαρακτήρα και καταδεικνύουν το θρίαμβο της νίκης του ενανθρωπήσαντος Υιού του Θεού (άρα, τελικά, του ανθρώπου, που ενώνεται με το Θεό) πάνω στον “γκρίζο” κόσμο πνευμάτων, κακοποιών στοιχείων, αοράτων “αρνητικών” δυνάμεων (όπως λέμε σήμερα) κλπ. Πολύ σωστά έχει, λοιπόν, συνδεθεί στη λαϊκή αντίληψη η έξωση των καλικαντζάρων ή “παγανών” με τον αγιασμό των υδάτων. Βαθμιαία, το διάστημα των 40 ημερών πριν τα Χριστούγεννα και των 40 ημερών μετά, μέχρι την Υπαπαντή, έγινε μια λαμπρή εορταστική αλυσίδα, που στις μέρες μας έχει, δυστυχώς, εκφυλιστεί σε άλλοθι καταναλωτισμού».
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: "24γράμματα"

Σάββατο 22 Δεκεμβρίου 2012

Η ιστορία της φωτογράφισης του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη από τον Παύλο Νιρβάνα


Η ιστορία της συγκεκριμένης φωτογραφίας (φωτογράφιση του Παπαδιαμάντη από τον Παύλο Νιρβάνα)
Ο Παύλος Νιρβάνας γράφει στο περιοδικό “Νέα εστία”, το 1933, πως τράβηξε μια μοναδική φωτογραφία τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι του Παύλου Νιρβάνα

…Είχα διηγηθεί άλλοτε την ανησυχία του αυτή, όταν πήγα, κλέφτικα, με χίλιες προφάσεις, να τον φωτογραφίσω απάνω στο καφενεδάκι της Δεξαμενής. Δεν υπήρχε ως τότε φωτογραφία του Παπαδιαμάντη. Και συλλογιζόμουν ότι απ’ τη μια μέρα στην άλλη μπορούσε να πεθάνει ο μεγάλος Σκιαθίτης, και μαζί του να σβύσει για πάντα η οσία μορφή του. Και πότε αυτό; Σε μια εποχή που δεν υπάρχει ασημότητα που να μην έχει λάβει τις τιμές του φωτογραφικού φακού. Και πώς θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μια τέτοια παράλειψη της γενεάς μας σ’ εκείνους που θα ‘ρθουν κατόπι μας να συνεχίσουν το θαυμασμό μας για τον απαράμιλλο λυρικό ψυχογράφο των καλών και των ταπεινών και τον αγνότατο ποιητή των νησιώτικων γιαλών; Αλλά ό αγνός αυτός χριστιανός, με τη ψυχή του αναχωρητή, δεν εννοούσε, με κανένα τρόπο, να επιτρέψει στον εαυτό του μια τέτοια ειδωλολατρική ματαιότητα. “Ου ποιήσεις σε αυτώ είδωλον ουδέ παντός ομοίωμα” ήταν η άρνηση του και η απολογία του. Αποφάσισα όμως να πάρω την αμαρτία του στο λαιμό μου. Ο Θεός και η μακαρία ψυχή του ας μου συγχωρέσουν το κρίμα μου. Ένας από τους ωραιότερους τίτλους που αναγνωρίζω στη ζωή μου, είναι ότι παρέδωκα στους μεταγενέστερους τη μορφή του Παπαδιαμάντη.
Με τί δόλια και αμαρτωλά μέσα επραγματοποίησα τον άθλο μου αυτό, το διηγήθηκα, όπως είπα, αλλού. Εκείνο που μου θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οι ευλαβητικές γιορτές της Σκιάθου, είναι η ανησυχία του τη στιγμή που τον αποτράβηξα ως την προσήλια γωνίτσα του μικρού καφενείου, για να ποζάρει μπροστά στον φακό μου. Να “ποζάρει” είναι ένας λεκτικός τρόπος. Είχε πάρει μόνος του τη φυσική του στάση απάνω σε μια πρόστυχη καρέκλα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, με το κεφάλι σκυφτό, με τα μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινού αγίου, σαν ξεσηκωμένη από κάποιο καπνισμένο παλιό τέμπλο ερημοκλησιού του νησιού του. Αυτή δεν ήταν στάση για μια πεζή φωτογραφία. Ήταν μια καλλιτεχνική σύνθεση, και θα μπορούσε να είναι ένα έργο του Πανσελήνου ή του Θεοτοκοπούλου. Αμφιβάλλω αν φωτογραφικός φακός έλαβε ποτέ μια τέτοια ευτυχία…..
Αλλά ό Αλέξανδρος ήταν βιαστικός να τελειώνουμε. Γιατί; Μου το ψιθύρισε, ανήσυχα στο αυτί, και ήταν η πρώτη φορά που τον είχα ακούσει – ούτε φαντάζομαι πως θα τον άκουσε ποτέ κανένας άλλος – να μιλεί γαλλικά: “Nous excitons la curiosite du public”.
Ακούσατε; Ερεθίζαμε την περιέργεια του… Κοινού! Ποιου Κοινού; Δεν ήταν εκεί κοντά μας παρά ένα κοιμισμένο γκαρσόνι του καφενείου, ένας γεροντάκος πού λιαζότανε στην άλλη γωνία του μαγαζιού, και δυο λουστράκια που παίζανε παράμερα. Αυτό ήταν το Κοινό, πού ανησυχούσε τον Παπαδιαμάντη η “περιέργεια” του. Κι’ αυτή ήταν η διαπόμπευση του, που βιαζότανε να της δώσει ένα τέλος,
Η φιλία ενίκησε το ζορμπαλίκι… μου είπε -αντιγράφω τα ίδια του τα λόγια – στο τέλος του μαρτυρίου του.
Μήπως δεν ήταν, στ’ αλήθεια, μια πραγματική θυσία που είχε κάνει στη φιλία μου; Μια θυσία της αγιότητάς του στην ειδωλολατρική ματαιότητα των εγκόσμιων.

Και συλλογίζομαι τώρα τις εκατοντάδες των Γάλλων προσκυνητών της εταιρείας Μπυντέ, και των δικών μας του “Οδοιπορικού Συνδέσμου” , που πέρασαν το κατώφλι του ταπεινού του ερημητηρίου, όπου πλανάται τώρα η σκιά του στα γνώριμα καί αγαπητά της κατατόπια της ζωής του και της εργασίας του. Συλλογίζομαι την παράταξη των ναυτικών αγημάτων, που παρουσίασαν όπλα μπροστά στο μνημείο του. Συλλογίζομαι τις στολές, τα ξίφη, τις χρυσές επωμίδες που έλαμπαν κάτω από τον ήλιο του νησιού του, για τη δόξα του. Συλλογίζομαι τους λόγους των επισήμων, τους εθνικούς ύμνους, τα στεφάνια της δάφνης, τις πανηγυρικές κωδωνοκρουσίες, που έπλεξαν με ήχους και χρωματα το εγκώμιο του. Συλλογίζομαι όλα αυτό το δοξαστικό πανηγύρι, και η σκέψη μου πετάει στο «Κοινόν» του ερημικού καφενείου της Δεξαμενής “ένα γκαρσόνι, ένας γεροντάκος, δυο λουστράκια” που ανησυχούσε, τη μακρυνή εκείνη μέρα ο μακαρίτης μήπως “ερεθίση την περιέργεια των”. Τι ανησυχία θα είχε νοιώσει τώρα, στα βάθη του ταπεινού τάφου όπου “αναπαύεται εν Χριστώ” ο χριστιανός ποιητής των ταπεινών, από το δοξαστικό αυτό θόρυβο; Καί πόσο θα βιαζότανε πάλι να τελειώσει; Αν σάλεψαν, από μυστικές αύρες, αυτή τη στιγμή, τα κυπαρίσσια του τάφου του, ένας στεναγμός θα βγήκε από το θρόισμα τους. Ένας ήχος, που θα ξαναψιθύριζε τα παλιά του εκείνα ανήσυχα και τόσο συμπαθητικά λόγια, σε μία γλώσσα που την εννοούσαν τώρα, γιατί ήταν δική τους , οι ευλαβητικοί προσκυνητές του της γαλλικής γης: ” Nous excitons la curiosite du public”
ΠΗΓΗ: "24γράμματα"

Κυριακή 8 Απριλίου 2012

Tα Πασχαλινά διηγήματα του Παπαδιαμάντη


Α. Παπαδιαμάντης: α. Πάσχα Ρωμέικο, β. χωρίς στεφάνι, γ. ο αλιβάνιστος
Μνημονεύουμε Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη για να ξεθολώσει ο νους και για να ξορκιστεί το «κακό» που μας βρήκε, γιατί έχουμε χάσει κάθε ίχνος αξιοπρέπειας και ανθρωπιάς, γιατί ακούμε τις ξένες σειρήνες, γιατί υποκλινόμαστε αβασάνιστα σαν ανδρείκελα σε ο,τι ξενόφερτο μας προσφερθεί, γιατί αποποιηθήκαμε κάθε τι ελληνικό και κάθε ρίζα μας την ξεριζώσαμε.


Και όμως αυτός ο γνήσιος Ρωμιός δεν υποκλίθηκε σε τίποτα από όλα αυτά. Η μεγάλη τέχνη, η ανυπέρβλητη, του Παπαδιαμάντη, είναι, αφενός, ο τρόπος που βλέπει, ακροάται, οσμίζεται, αισθάνεται τον αστικό βίο· αφετέρου, ο τρόπος που καταγράφει και φορμάρει: χωρίς μυθοπλασία, χωρίς ηθικό δίδαγμα, χωρίς κρίσεις επί των ανθρώπων, χωρίς να σκαρώνει χαρακτήρες. Ο κυρ – Αλέξανδρος χωρίς να είναι επαναστάτης, επαναστατεί όταν η κοινωνία γίνεται εχθρικός τόπος για τον άνθρωπο.  Τα διηγήματα του είναι λυρικό μοντάζ σκηνών, αποσπάσματα που συναρμόζονται οργανικά. (απόσπασμα από το άρθρα της Σοφίας Κανταράκη. Η συνέχεια εδώ)
24grammata.com / ebooks
Περιγραφή: Πασχαλινά διηγήματα
Συγγραφέας: Α. Παπαδιαμάντης
Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 15
Μέγεθος αρχείου: 0,25Mb

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24γράμματα"

Αφιέρωμα στο Ελληνικό Πάσχα

Πλανόδιος χασάπης του 1895
24grammata.com/ ιστορία της Αθήνας
ΟΙ ΣΥΝΤΑΚΤΕΣ ΤΟΥ 24grammata.com ΣΑΣ ΕΥΧΟΝΤΑΙ ΚΑΛΟ ΠΑΣΧΑ
Πάσχα στην Αθήνα του 1897
Στα τόσα χρόνια που συγκεντρώνω υλικό για την παλιά Αθήνα δεν έχω βρει και πολλά πράγματα που να θυμίζουν τη σημερινή ζωή. Τα πάντα έχουν αλλάξει: η φύση, τα σπίτια, οι άνθρωποι, οι συνήθειες. Το μόνο, ίσως, που έχει παραμείνει αναλλοίωτο είναι οι λαϊκές συνήθειες κατά τον εορτασμό του Πάσχα (είναι αυτονόητο ότι δεν έχει αλλάξει ούτε το εκκλησιαστικό τελετουργικό, αν εξαιρέσουμε το Άγιο Φως)
Ας δούμε πως γιορτάστηκε το Πάσχα στην Αθήνα το 1897, μια πολύ δύσκολη χρονιά, αφού ο στρατός είχε, ήδη, ξεκινήσει τον ατυχή πόλεμο κατά των Τούρκων. Η μαρτυρία ανήκει στον Γερμανό πάστορα, Bαρόνο φον ντερ Γκόλτς που επισκέφτηκε το 1897 την Αθήνα και κρίνει την Ορθοδοξία και τους Ελληνες (η μετάφραση έγινε από τον  καθ. Πολυχρόνη Κ. Ενεπεκίδη): «… Η περίοδος της νηστείας τηρείται στην ύπαιθρο ακόμα με αρκετή αυστηρότητα, λιγότερο στην Αθήνα…Το ήσυχο (Μέγα) Σάββατο  οι δρόμοι παρουσίαζαν τη συνηθισμένη τους εικόνα. Μόνο που έβλεπε κανείς να αγοράζει ο κόσμος αρνιά. Μερικά τα έσφαζαν ακόμα και στο δρόμο και τα ξεκοίλιαζαν καθότι κάθε ελληνική οικογένεια πρέπει την ημέρα του Πάσχα να έχει από σήμερα κιόλας  το Πασχαλινό της αρνί. Έβλεπε κανείς σε νέες συνεχώς παραλλαγές την παλαιά εικόνα της γνωστής αρχαίας παράστασης του ποιμένα: έναν άνδρα με κοντό χιτώνα να πηγαίνει στο σπίτι κρατώντας στους ώμους έναν αμνό…στις 11 η ώρα ένα συνεχώς αυξανόμενο πλήθος πιστών άρχισε να καταφθάνει στην εκκλησία…ακριβώς στις 12 το Χριστός Ανέστη…ενώ οι επίσημοι αντάλλασσαν συνεχώς πασχαλινούς ασπασμούς, οι μουσικοί χτυπούσαν τα ταμπούρλα και εκατοντάδες τουφεκιές ρίχνονταν από τα παράθυρα και τις στέγες  καθώς το στρατιωτικό άγημα απέδιδε τριπλή βολή πυρός (βλέπετε δεν είχαν βεγγαλικά και έκαναν φασαρία με …πραγματικά όπλα)… Την άλλη μέρα άρχιζε το καταβρόχθισε του Πασχαλινού αμνού και πολλών άλλων για να ισοφαρισθεί η μακρά περίοδος νηστείας. Τη Δευτέρα επικρατεί παντού ησυχία….»
Στη φωτογραφία: πλανόδιος χασάπης του 1895
(το άρθρο πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό exodos, εκδ. Δάφνη, όμιλος Αντ1)


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24γράμματα"

Σάββατο 10 Δεκεμβρίου 2011

Φωτογραφία και Λογοτεχνία (Ρίτσος – Επιτάφιος)

Πώς μια φωτογραφία συνέβαλε στη δημιουργία ενός μεγάλου ποιήματος.

Ακολουθούν αποσπάσματα του “Επιταφίου” του Γιάννη Ρίτσου
Γράφει ο Γιαννακόπουλος Χαράλαμπος

Όπως η γραφή έτσι και η φωτογραφία αποτελούν κατ’ εξοχήν επικοινωνιακά εργαλεία μεγάλης μάλιστα αποτελεσματικότητας, αφού πληρούν τις τρεις βασικές διαστάσεις της επικοινωνίας . Έχουν τη δυνατότητα να μεταδίδουν μηνύματα στο χρόνο, το χώρο και σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Οι δύο τελευταίες διαστάσεις επήλθαν για μεν το γραπτό λόγο με την ανακάλυψη της τυπογραφίας και αργότερα των σιδηροδρόμων, για δε τη φωτογραφία με την ανακάλυψη της τεχνολογίας halftone, που επέτρεψε την είσοδο της στον Τύπο. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνει η ιστορικός της φωτογραφίας Γκιζέλ Φρόυντ:
«Η είσοδος της φωτογραφίας στον Τύπο είναι ένα φαινόμενο πρωταρχικής σημασίας. Μεταβάλλει την οπτική των μαζών. Ως τότε ο συνηθισμένος άνθρωπος δεν μπορούσε παρά να βλέπει τα γεγονότα που συνέβαιναν δίπλα του. στο δρόμο ή στο χωριό του. Με τη φωτογραφία ανοίγει ένα παράθυρο στον κόσμο. Οι μορφές των δημοσίων προσωπικοτήτων. τα γεγονότα που συμβαίνουν στην ίδια τη χώρα ή ακόμα και πέρα από τα σύνορα, γίνονται οικεία… Η γραπτή λέξη είναι αφηρημένη. Ενώ η εικόνα αντικατοπτρίζει με σαφήνεια τον κόσμο στον οποίο ζει ο καθένας μας».

Το Μάη του 1936, λοιπόν, έχουμε μεγάλη εργατική αναταραχή και σε μία απεργιακή συγκέντρωση, στη Θεσσαλονίκη, ένας εργάτης πέφτει νεκρός από τα χτυπήματα της αστυνομίας. Η φωτογραφία της μάνας που θρηνεί πάνω από το άψυχο κορμί του γιού της τραβιέται από φωτορεπόρτερ που βρέθηκε στο περιστατικό και την άλλη μέρα το πρωί φιγουράρει στην πρώτη σελίδα του “Ριζοσπάστη” , αλλά και άλλων αθηναϊκών εφημερίδων. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, βλέποντας τη φωτογραφία στο “Ριζοσπάστη” συγκλονίζεται. Σύμφωνα με μαρτυρία του ιδίου του ποιητή, κλείνεται στη σοφίτα του , κάπου στο Νέο Κόσμο, και την άλλη μέρα έχει έτοιμα τα τέσσερα πρώτα μέρη του ποιήματος “Επιτάφιος”, που ο “Ριζοσπάστης” δημοσίευσε με τον τίτλο “Μοιρολόι”. Μετά έγραψε και το υπόλοιπο ποίημα το οποίο και αποτέλεσε εκδοτική επιτυχία. Όσα αντίτυπα δε είχαν απομείνει στα βιβλιοπωλεία και τις αποθήκες του εκδοτικού, τα έκαψε μαζί με άλλα απαγορευμένα βιβλία το καθεστώς της 4ης Αυγούστου, στις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Πολλά χρόνια μετά, το 1958, ο Ρίτσος στέλνει ένα σωθέν αντίτυπο στο νεαρό τότε συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, ο οποίος βρισκόταν στο Παρίσι αναζητώντας το μουσικό του στίγμα.

Όπως ο ποιητής συγκλονισμένος από τη δύναμη της φωτογραφίας είχε κλειστεί στη σοφίτα του και έγραψε το μεγάλο αυτό ποίημα , έτσι και ο Μίκης, σύμφωνα με δική του μαρτυρία ,συγκλονίστηκε από τους στίχους, κάθησε στο πιάνο και το μελοποίησε. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό. Ένα μεγάλο μουσικό έργο, που και τον δρόμο του νέου ελληνικού τραγουδιού χαράζει και αγκαλιάζεται από τον ελληνικό λαό. Ιδιαίτερα τα χρόνια της δικτατορίας ακούγεται σε κάθε αγωνιστική εκδήλωση και κινητοποίηση.

Έτσι, ένας αγώνας και μια θυσία ενός αγωνιστή, μέσα από μια φωτογραφία περνάει και γίνεται τραγούδι που το παίρνει ο λαός στο στόμα του, που σε άλλα μετερίζια πιά και κάτω από άλλες συνθήκες παλεύει για τη λευτεριά και το δίκιο. Μια φωτογραφία υπήρξε η μαμή για τη γέννηση ενός μεγάλου ποιητικού και μουσικού έργου που ξεκίνησε από τους αγώνες του λαού και επέστρεψε σ’ αυτόν για να γίνει οδηγός και εμπνευστής στους νέους αγώνες του.

Γιάννης Ρίτσος, Επιτάφιος

Ι

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της)

Γιε μου, σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχιάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,
Πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γρικάς τα που πικρά σου λέω;
Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονο μου,
που μάντευες τι πέρναγα κάτου απ’ το τσίνορό μου,
Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές που τρώνε μου τα σπλάχνα;
Πουλί μου, εσύ που μούφερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

VI
Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω
Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης
Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα
Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι
Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.
Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.
Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια
Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.
Στη στράτα εδώ καταμεσής τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.
Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

VIIΙ
Πού πέταξε τ’ αγόρι μου; πού πήγε; πού μ’ αφήνει;
Χωρίς πουλάκι το κλουβί, χωρίς νεράκι η κρήνη.
Δεν έμενες, καρδούλα μου, στ’ άσπρο μικρούλι σπίτι,
να σ’ έχω σαν αφέντη μου, να σ’ έχω σαν σπουργίτι,
Να ταΐζω σε στη φούχτα μου σπυρί – σπυρί τη ζωή μου
και μες στον ίσκιο σου να ζω, καμαρωτό δεντρί μου.
Καμιάς κοπέλας θησαυρό δε στάθηκες να πάρεις∙
έφευγες πάντα εμπρός λαμπρός και πάντα καβαλλάρης.
Κ’ είταν χαρά σου να σκορπάς, και δόξα σου να παίρνουν,
ν’ ανασηκώνεις απ’ τη γης τα όσα βογγούν και γέρνουν.
Κι όλα τα πλούτια σου, γλυκέ, στον κόσμο εχάριζές τα
κι όλα τα χάρισες, κ’ εμέ μ’ αφήκες δίχως ζέστα.
Γιε μου, δεν ξέρω αν πρέπει μου να σκύβω, να σπαράζω,
για πρέπει μου όρθια να σταθώ, να σε χιλιοδοξάζω.
Πότε τις χάρες σου, μια – μια, τις παίζω κομπολόι,
πότε ξανά, λυγμό – λυγμό, τις δένω μοιρολόι.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24γράμματα"

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

Α. Παπαδιαμάντης – Ναυαγίων ναυάγια

Περιγραφή: Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ο Άγιος των γραμμάτων μας χαρακτηριζόμενος, γεννήθηκε στη Σκιάθο στις 4 Μαρτίου του 1851. Τέσσερις αδελφές κι ένας αδελφός θα είναι η μόνη περιουσία που θα κληρονομήσει από την φτωχή οικογένειά του. Με την αγωνία της Παιδείας ο ίδιος, αν και χωρίς τα μέσα να προχωρήσει, με δυσκολία θα τελειώσει το σχολείο, κι αμέσως μετά, το 1872, θα φύγει για το Αγιον Ορος μαζί με τον φίλο του Νικόλαο Διανέλο, αργότερα μοναχό Νήφωνα. Ο Παπαδιαμάντης μετά λίγους μήνες θα επιστρέψει στον κόσμο: δεν θεώρησε τον εαυτό του άξιο για το Σχήμα.

Με την επιστροφή του, εγγράφεται στην Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, από την οποία ποτέ δεν θα αποφοιτήσει. Βγάζει τα προς το ζην του πενιχρού υλικά βίου του προγυμνάζοντας μαθητές. Μόνος του θα μάθει αγγλικά και γαλλικά στα πρώτα χρόνια των σπουδών του. Φίλος και σύντροφός του σ’ αυτά τα χρόνια ο λογοτέχνης εξάδελφός του Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, αργότερα μοναχός. Ο Μωραϊτίδης θα τον φέρει σε επαφή με λογοτεχνικούς και δημοσιογραφικούς κύκλους της εποχής, κι ο Παπαδιαμάντης θ’ αρχίσει να βλέπει τα έργα του να δημοσιεύονται στον ”Ραμπαγά”, στον ”Νεολόγο” της Κωνσταντινούπολης, στο ”Μη Χάνεσαι” και στις εφημερίδες ”Εφημερίς” και ”Ακρόπολις”. Γρήγορα οι συνεργασίες του με περιοδικά και εφημερίδες θα αυξηθούν, αλλά, βιοποριστικό του επάγγελμα θα γίνει η δημοσιογραφία κι οι μεταφράσεις. Οι προοπτικές φαίνονται μεγάλες για μια επιτυχή δημοσιογραφική και λογοτεχνική πορεία στην Πρωτεύουσα, όμως αυτό δεν συγκινεί τον ”κοσμοκαλόγερο”, τον μοναχικό και ταπεινό Παπαδιαμάντη. Οι μόνες ώρες που φαίνεται να χαίρεται στην Αθήνα είναι εκείνες που περνάει με τους απλούς καθημερινούς λαϊκούς ανθρώπους, κι εκείνες που ψάλλει στον Αγιο Ελισσαίο στο Μοναστηράκι. Δεξιός ψάλτης ο Παπαδιαμάντης, αριστερός ο Μωραϊτίδης, κι ιερέας ο προσφάτως αγιοποιηθείς Αγ. Νικόλαος Πλανάς, ο βιώσας την Ταπείνωση. Πέρα από την δυσκολία του να προσαρμοστεί στην πρωτεύουσα, παθαίνει και ρευματισμούς στα χέρια , με αποτέλεσμα να μην μπορεί να συνεχίσει τη δημοσιογραφική του εργασία. Χωρίς κανέναν οικονομικό πόρο θα επιστρέψει στη Σκιάθο όπου, άρρωστος, θα αφεθεί για λίγο στις φροντίδες των αδελφών του. Θα προειδεί τον θάνατό του, και την δυσκαταποσία των τελευταίων ωρών του, και θα ζητήσει να τον κοινωνήσει ο ιερέας της ενορίας του δύο μέρες πριν. Κοιμήθηκε στις 3 Ιανουαρίου του 1911.

Συγγραφέας: Α. Παπαδιαμάντης
Γλώσσα: Ελληνικά
Σελίδες: 17
Μέγεθος αρχείου: 137kb

[Κατέβασέ το]

Αναδημοσίευση από "24grammata.24grammata.com / ebooks".

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2011

Νικηταράς: Η Ελλάς αγνωμονούσα…

24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » Νικηταράς: Η Ελλάς αγνωμονούσα…

Ένα εκπληκτικό βίντεο από την εκπομπή «Η Μηχανή του Χρόνου» του δημοσιογράφου Χρίστου Βασιλόπουλου, ΝΕΤ.


Ο Νικηταράς – Νικήτας Σταματελόπουλος, γεννήθηκε το 1781 στο χωριό Μεγάλη Αναστασίτσα και όχι στο Τουρκολέκα απ’ όπου η καταγωγή του. Ο πατέρας του Σταματέλλος Τουρκολέκας ήταν αρματωλός στο Λιοντάρι. Είχε παντρευτεί τη κόρη του προεστού στο Άκοβο Αναστασίου Καρούτσου, η οποία ήταν αδελφή της γυναίκας του Θόδωρου Κολοκοτρώνη. Ήταν λοιπόν ανεψιός του Γέρου του Μοριά

Στα 1800 κατέφυγε στα Επτάνησα κυνηγημένος από τους Τούρκους. Θέλησε να πάει να πολεμήσει με τους Ρώσους εναντίον του Ναπολέοντα, δεν τον άφησε όμως ο Κολοκοτρώνης. Έφτασε όμως στη Νάπολη αλλά δεν έλαβε μέρος στις μάχες διότι εν τω μεταξύ ο Ναπολέων κατανίκησε τους εχθρούς του στο Αούστερλιτς.

Παντρεύτηκε όταν γύρισε πίσω στη πατρίδα τη κόρη του κλεφτοκαπετάνιου Ζαχαριά Αγγελίνα, μετά της οποίας απέκτησε τρία παιδιά.

Ο Νικηταράς δεν ήταν μόνο ο απαράμιλλος και περίφημος ήρωας της Επανάστασης του 1821, ο ανιδιοτελής πατριώτης, ο τρόμος και ο φόβος των Τούρκων, ο ταχύτατος και ο απανταχού παρών καθ’ όλη τη Επαναστατημένη Ελλάδα όπου τον ζητούσε η πολεμική ανάγκη. Επί πλέον ήταν ο στρατηγικός δεξιοτέχνης, δημιουργός των απρόοπτων συμβάντων και τεχνασμάτων. Ήταν ο εν παντί επιτελικός νούς και βοηθός του Κολοκοτρώνη. Ήταν βαθύ το αίσθημα ευγνωμοσύνης προς τον θείο του ο οποίος είχε επιμεληθεί της αγωγής του.

Τα τρομερά όπλα του ήσαν : Η καταπληκτική ταχύτητα του, ο πανικός, η ορμητική επίθεση, το τρομερό σπαθί του, η στρατηγική και πολιτική προνοητικότητα, μέγα προσόν. Η φήμη των όπλων αυτών μεταξύ των Τούρκων ήταν τόσο φοβερή, ώστε οι Τούρκοι με το άκουσμα ή την ιδέα τους ότι έρχεται ο Νικηταράς, ετρέποντο σε άτακτη φυγή. Στο ξίφος του μάλιστα ορκίζονταν : Να με φάει το σπαθί του Νικηταρά αν λέω ψέματα. Η τότε κυβέρνηση με έγγραφό της τον απεκάλεσε Αχιλλέα των νέων Ελλήνων. Δεν είχε όμως υμνητή τον Όμηρο αλλά τον Τσοπανάκο, τον λαϊκό στιχουργό του αγώνα. Ο Κολοκοτρώνης, θαυμάζοντας τον για τον πρωτοφανή ηρωισμό του και για τις μεγαλειώδεις αρετές του, τον έλεγε Αρχάγγελο Μιχαήλ και Άγιο Γεώργιο.

Εδώ στη πέτρ’ ασάλευτος
ο στρατηγός Νικήτας
ο Τουρκοφάγος αθλητής
του γένους νέος ακρίτας.

Πάντ’ ανθισμένη ας την κρατά
την δάφνην των Ελλήνων
και στων πολέμων την ιερήν φωτιά
και στων κινδύνων.

Με την έκρηξη της Επανάστασης, στην πρώτη μάχη που δόθηκε στο Βαλτέτσι της Αρκαδίας στις 12 – 13 Μαϊου 1821 (είχε προηγηθεί μια συμπλοκή στο Λεβίδι τον Απρίλη), ο Νικηταράς που κρατούσε με 200 άντρες τα Δολιανά, κατάφερε να αποκρούσει 6.000 Τούρκους που επιτίθεντο με πυροβολικό. Επειδή έπεσαν πολλοί Τούρκοι από το χέρι του σ’ εκείνη τη μάχη, οι άντρες του τον ονόμασαν Τουρκοφάγο. Διακρίθηκε και στις μάχες που ακολούθησαν, όπου συνεργάστηκε με τον θείο του, κυρίως δε στην πολιορκία και την άλωση της Τρίπολης.

Μετά τη μάχη της Κλεισούρας στο Αγιονόρι στις 28 Ιουλίου 1822, δυό μέρες μετά τα Δερβενάκια, όλοι οι καπεταναίοι και γυναικόπαιδα από τα γύρω χωριά, έπεσαν με βουλιμία στη διανομή και αρπαγή λαφύρων. Μόνο ένας δεν άπλωσε το χέρι του, δεν καταδέχτηκε να πάρει τίποτα από τα πλούσια λάφυρα, ο Νικηταράς, ο πρωτεργάτης της νίκης. Με φτάνει είπε, η Ελευθερία της Πατρίδας. Οι στρατιώτες του με κόπο κατάφεραν να πάρει σαν ενθύμιο ένα σπαθί και ένα άλογο. Αλλά και αυτά δεν τα κράτησε για τον εαυτό του. Το σπαθί το δώρησε αργότερα στον έρανο που έκανε η Πελοποννησιακή Γερουσία, το δε άλογο που ήταν μάλιστα και κολοβό, το χάρισε στον Τσοπανάκο για να μπορεί ν’ ακολουθεί έφιππος τα παλικάρια στις μάχες. Ο φτωχός Τσοπανάκος ευχαρίστησε τον Νικηταρά με το ακόλουθο σατιρικό τετράστιχο:

Το δώρο σου Νικηταρά
Είν’ άλογο χωρίς ουρά
ή μου στέλνεις το κριθάρι
ή σου στέλνω το τομάρι.

Μετά την απελευθέρωση διορίστηκε σαν υπασπιστής του Καποδίστρια. Επί Όθωνα συκοφαντηθείς κλείστηκε στις φυλακές της Αίγινας το 1839. Μετά όμως, δια της προσωπικής απειλητικής επέμβασης του Μακρυγιάννη, αποφυλακίστηκε. Ήταν όμως τυφλός, έρημος και λησμονημένος. Εξ αιτίας των πολλών και ανεκδιήγητων πολεμικών κακουχιών, των συνεχών ψυχικών συγκρούσεων με τις ανθρώπινες μικρότητες, πέθανε την 25ην Σεπτεμβρίου 1849 σε ηλικία 68 ετών, ο ήρωας Νικηταράς. Η Πατρίδα τον θρήνησε και η Ελληνική Ιστορία τον κατέγραψε στους αθάνατους. Τον επικήδειο εκφώνησε ο Νεόφυτος Βάμβας, τον δε επιτάφιο ο Παναγιώτης Σούτσος. Τον έθαψαν στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών, δίπλα στο Γέρο του Μοριά.

Α.Κ.Β

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Το μυστήριο των Δελφών: Κείμενο και σχετικά βίντεο

Δελφοί
Ο ομφαλός της Γης, για τους αρχαίους, βρίσκεται σε μοναδική τοποθεσία με άγριο και επιβλητικό μεγαλείο. Ο αρχαιολογικός χώρος του ιερού Μαντείου των Δελφών αποκαλύφθηκε με τις ανασκαφές που άρχισε η Γαλλική Αρχαιολογική Σχολή από το 1860 .Τα αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως η περιοχή ήταν κατοικημένη από το 1400 π.Χ. Η ιστορία της αρχαίας πόλης των Δελφών είναι δεμένη με την ιστορία του ιερού του Απόλλωνα και του Μαντείου του. Αρχικά, κυρίαρχος των Δελφών υπήρξε η φωκική πόλη Κρίσσα και το επίνειο Κίρρα, που χρησίμευε για την αποβίβαση των επισκεπτών του ιερού. Το 590 π.Χ., με τη βοήθεια πολλών ελληνικών πόλεων, οι οποίες κήρυξαν τον πρώτο Ιερό Πόλεμο εναντίον της Κρίσσας που την κατέστρεψαν, την εξουσία πήρε στα χέρια του το ιερατείο του Μαντείου των Δελφών. Από τότε οι Δελφοί γίνονται το κέντρο της Αμφικτιονίας των ελληνικών πόλεων και το 582 π.Χ. αρχίζουν οι αγώνες, «τα Πύθια», που γίνονται κάθε τέσσερα χρόνια. Στη διάρκεια της μακραίωνης και λαμπρής ιστορίας τους, οι Δελφοί καταστράφηκαν επανειλημμένα, το 480 π.Χ. από τους Πέρσες, το 355 π.Χ. από τους Φωκείς, το 279 π.Χ. από τους Γαλάτες. Το 86 π.Χ. το ιερό λεηλατήθηκε από το Σύλλα και αργότερα πολλοί Ρωμαίοι αυτοκράτορες και κυρίως ο Νέρων αφαίρεσαν πολυάριθμα αφιερώματα τα οποία μετέφεραν στη Ρώμη. Το τέλος του Μαντείου έρχεται το 392 μ.Χ. με το διάταγμα του αυτοκράτορα Θεοδοσίου, που απαγορεύει οριστικά την αρχαία θρησκεία και λατρεία.





ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24grammata.com/ video"

Τρίτη 28 Ιουνίου 2011

Αριστερή τύφλωση;

Γράφει ο Γιάννης Πανούσης, καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών

Χρόνια μετά
θα πετάξεις μολότωφ
για μένα
Γ. Κακουλίδης, Λούνα Λουνέρα

Είναι βέβαιο ότι ζούμε και βιώνουμε μια πολλαπλή κρίση. Πολιτική, ιδεολογική, κοινωνική, διανθρώπινη. Σ’ αυτό το πλέγμα προστέθηκε η οικονομική κρίση, που δημιουργεί τεράστια προβλήματα ατομικής επιβίωσης και εθνικής στρατηγικής υπέρβασης των «χρόνιων παθήσεων» του greek dream.

ΜΕΣΑ σ’ αυτό το σαστισμένο τοπίο τα όσα γίνονται σου θυμίζουν τις παλιές συνταγές αποτυχίας του συστήματος. Το ΠΑΣΟΚ προσποιείται ότι δεν έχασε τη σοσιαλιστική ψυχή του, η Ν.Δ. και ο ΛΑΟΣ διεκδικούν τη φιλελεύθερη αυθεντικότητα και η ά-μοιρη Αριστερά, όπως κάνει πάντα στις δύσκολες εποχές, αλληλοσπαράσ-σεται (καταγγέλλοντας ταυτόχρονα το δικομματισμό που η ίδια θρέφει με τα ιστορικά και καθημερινά λάθη της).

ΚΑΤΑ τη γνώμη μου δεν υπάρχει ούτε βολική Αριστερά (που είναι πρόθυμη να συνεργαστεί με οποιονδήποτε για να καταστεί «κυβερνώσα») ούτε διαβολική Αριστερά (που συνωμοτεί και κινητοποιεί σκοτεινές δυνάμεις).

Η ΜΗΤΡΑ της Αριστεράς είναι η ίδια. Οι πατριωτικοί, εθνικοί, πολιτικοί, κοινωνικοί αγώνες με το λαό για το λαό. Ανεξάρτητα από τις εκτιμήσεις, αναλύσεις, συγκυρίες ή και το ρόλο των εκάστοτε ηγεσιών, η Αριστερά δεν μπορεί να έχει ως κύριο εχθρό της τις διάφορες αριστερές εκδοχές ή τους αριστερούς πολίτες. Και το κυριότερο: η Αριστερά έχει -ιδίως σήμερα- ανάγκη από τα σύμβολά της (Γλέζος, Θεοδωράκης, Λαμπράκης, Κύρκος και τόσοι άλλοι) και δεν πρέπει να τ’ αποκαθηλώνει με τέτοια ευκολία, γιατί στο τέλος θα μείνει «γυμνή» και χωρίς παραδείγματα. Είναι αδιανόητο μια ευρωπαϊκή Αριστερά ή -έστω- η Αριστερά μιας ευρωπαϊκής χώρας να κριτικάρει ή να λοιδορεί τους Ελληνες (συν)αγωνιστές αριστερούς (με τους οποίους σε κάποια στροφή της Ιστορίας διαφώνησε) και να θαυμάζει (!!!) κάτι ημι-δικτάτορες της Λατινικής Αμερικής ή κάποια αγιοποιημένα μοντέλα διακυβέρνησης (που «σαπίζουν» και τυραννούν τους λαούς).

ΚΑΚΟΣ – κάκιστος ο μανιακός καπιταλισμός, αλλά το φάρμακο δεν βρίσκεται στις αφρικανικές φυλές ή στα ασιατικά αντάρτικα.

ΕΙΝΑΙ ώρα τα αριστερά κόμματα και οι αριστεροί πολίτες να διαμορφώσουν ένα δίκτυο συνεννόησης (έστω στα μίνιμα που συμφωνούν) για να σώσουν τη χώρα [και όχι την αμόλυντη (;) ιδεοληψία τους].

ΥΓ.1 Αυτοί που απομυθοποιούν το 1821*, το 1940 και την εν γένει Ιστορία μας δεν βλέπουν το πώς οι άλλοι λαοί διαφυλάττουν τους εθνικούς τους μύθους και κυρίως δεν αντιλαμβάνονται ότι χωρίς κοινές αναφορές εύκολα οι επόμενες γενιές θα προσφύγουν στους μύθους των ναρκωτικών, του καταναλωτισμού ή της τυφλής τρομοκρατίας;

ΥΓ.2 Πρώτα Δημοκρατία και μετά σοσιαλισμός. Αλλιώς όλα θα είναι βαρβαρότητα

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24γράμματα"
* Η παραπομπή είναι δική μου

Τετάρτη 8 Ιουνίου 2011

Τα Σκιαδικά

Με την ονομασία «Σκιαδικά» έμειναν στην ιστορία τα επεισόδια μεταξύ της μαθητιώσας νεολαίας και της Χωροφυλακής, που συνέβησαν στην Αθήνα στις 10 και 11 Μαΐου 1859. Ήταν ένα φαινομενικά άσχετο γεγονός, που οδήγησε τρία χρόνια αργότερα στην έξωση του βασιλιά Όθωνα.

Όλα ξεκίνησαν από μια διαπίστωση του Υπουργού Εξωτερικών, Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή, ο οποίος σε συζητήσεις τόνιζε την ανάγκη στήριξης της εγχώριας παραγωγής. Και έφερνε ως παράδειγμα, ότι οι Έλληνες θα έπρεπε να δείχνουν την προτίμησή τους στα ντόπια ψάθινα καπέλα (σκιάδια) που κατασκευάζονταν στη Σίφνο και όχι στα εισαγόμενα από το εξωτερικό, που ήταν και ακριβότερα.

Την ιδέα του Ραγκαβή ενστερνίσθηκε ο γιος του, Κλέων, ο οποίος έπεισε τους συμμαθητές του να φορούν σιφνέικα σκιάδια, στολισμένα με γαλανόλευκες κορδέλες, στις κυριακάτικες εξόδους τους στο Πεδίο του Άρεως. Γρήγορα έγιναν μόδα και σήμα κατατεθέν της προοδευτικής νεολαίας της Αθήνας («Γαριβαλδινοί»), σε αντίθεση με τους καθεστωτικούς νεολαίους, που φορούσαν άσπρα ψηλά καπέλα και απεκαλούντο «Αυστριακοί».


Προ του κινδύνου να χάσουν την πελατεία τους, οι εισαγωγείς καπέλων έστειλαν υπαλλήλους τους στο Πεδίο του Άρεως με αστεία και κουρελιασμένα σκιάδια, προκειμένου να διακωμωδήσουν τους μαθητές (10 Μαΐου 1859). Οι άνθρωποι των εισαγωγέων προκάλεσαν τους νεαρούς, με αποτέλεσμα να επακολουθήσει συμπλοκή. Η Χωροφυλακή πήρε το μέρος τους και αφού ξυλοφόρτωσε μαθητές και φοιτητές, προέβη σε τρεις συλλήψεις.

Τα επεισόδια συνεχίστηκαν και την επόμενη μέρα. Σπουδαστές και πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκαν στα Προπύλαια του Πανεπιστημίου και συγκρότησαν πορεία προς το Υπουργείο Εσωτερικών για να απαιτήσουν από τον υπουργό Κωνσταντίνο Προβελέγγιο την παύση του αστυνομικού διευθυντή Αθηνών Δημητριάδη και την απελευθέρωση των συλληφθέντων μαθητών. Ο Προβελέγγιος δεσμεύτηκε ότι θα εξετάσει το αίτημά τους, αλλά αυτό δεν άρεσε στους φοιτητές, που ζήτησαν ακρόαση από τον Όθωνα για το ίδιο θέμα. Ο βασιλιάς αρνήθηκε να τους δεχθεί, γεγονός που όξυνε τα πνεύματα.

Οι νέοι ξαναγύρισαν στα Προπύλαια, με άγριες διαθέσεις αυτή τη φορά. Τότε επενέβη ο φρούραρχος Αθηνών, Μιχαήλ Σούτσος, επικεφαλής μεγάλης στρατιωτικής δύναμης, και τους διέλυσε. Η ενέργειά του αυτή προκάλεσε αντιδράσεις. Ο γερουσιαστής Δημήτριος Χρηστίδης θεώρησε την έφοδο του στρατού στο Πανεπιστήμιο, πράξη «κατά του ασύλου των επιστημών» και ανέπτυξε την άποψη ότι το Πανεπιστήμιο «ως ναός του πνεύματος» πρέπει να απολαμβάνει το προνόμιο του απαραβίαστου για τους πάντες. Ήταν μία από τις πρώτες αναφορές στη χώρα μας για το πανεπιστημιακό άσυλο.

Αργά το απόγευμα της 11ης Μαΐου 1859 συνεδρίασε το Υπουργικό Συμβούλιο υπό την προεδρία του πρωθυπουργού Αθανάσιου Μιαούλη και απέπεμψε τον αστυνομικό διευθυντή Αθηνών Δημητριάδη, ενώ διέταξε την απελευθέρωση των τριών συλληφθέντων μαθητών. Τα «Σκιαδικά» ήταν η πρώτη δυναμική εκδήλωση κατά των απολυταρχικών μεθόδων του καθεστώτος και ενίσχυσε το αγωνιστικό φρόνημα των αντιπάλων του Όθωνα. Πρωτοστάτης της διαμαρτυρίας ήταν το Πανεπιστήμιο, επαληθεύοντας την προφητική ρήση του Γέρου του Μωριά, που όταν χτιζόταν είπε δείχνοντάς το: «Το σπίτι αυτό θα φάει το σπίτι εκείνο», εννοώντας το Παλάτι.

ΠΗΓΗ: Γιώργος Δαμιανός, Οι αγανακτισμένοι πολίτες άλλων εποχών (και η κατάληξη τους), Περιοδικό 24γράμματα - Εβδομαδιαίο Περιοδικό Πολιτισμού

Κυριακή 29 Μαΐου 2011

Γιατί διδάσκουμε Αρχαία Ελληνικά στα παιδιά

24grammata.com/ Λόγος
Ι.Θ. Κακριδής


Γιατί αλήθεια διδάσκουμε τα αρχαία ελληνικά στα παιδιά που θέλουμε να μορφώσουμε, σε τόσο πολλές ώρες μάλιστα;

Τρεις είναι οι κύριοι λόγοι που μας υποχρεώνουν να βοηθήσουμε τα παιδιά μας να επικοινωνήσουν όσο γίνεται περισσότερο με τον αρχαίο κόσμο.

Πρώτα απ’ όλα, γιατί είμαστε κι εμείς Έλληνες. Από τον καιρό του Ομήρου ως σήμερα έχουν περάσει κάπου δυο χιλιάδες εφτακόσια χρόνια. Στους αιώνες που κύλησαν οι Έλληνες βρεθήκαμε συχνά στο απόγειο τηςδόξας, άλλοτε πάλι στα χείλια μιας καταστροφής ανεπανόρθωτης∙ νικήσαμε και νικηθήκαμε αμέτρητες φορές∙ δοκιμάσαμε επιδρομές και σκλαβιές∙ αλλάξαμε θρησκεία∙ στους τελευταίους αιώνες η τεχνική επιστήμη μετασχημάτισε βασικά τη μορφή της ζωής μας∙ και όμως κρατηθήκαμε Έλληνες, με την ίδια γλώσσα‐φυσικά εξελιγμένη‐, με τα ίδια ιδανικά, τον ίδιο σε πολλά χαραχτήρα και με ένα πλήθος στοιχεία του πολιτισμού κληρονομημένα από τα προχριστιανικά χρόνια. Στον πνευματικό τομέα κανένας λαός δεν μπορεί να προκόψει, αν αγνοεί την ιστορία του, γιατί άγνοια της ιστορίας θα πει άγνοια του ίδιου του ίδιου του εαυτού του. Είμαι Έλληνας, συνειδητός Έλληνας, αυτό θα πει, έχω αφομοιώσει μέσα μου την πνευματική ιστορία των Ελλήνων από τα μυκηναϊκά χρόνια ως σήμερα.

Ο δεύτερος λόγος που μας επιβάλλει να γνωρίσουμε την αρχαία πνευματική Ελλάδα είναι ότι είμαστε κι εμείς Ευρωπαίοι. Ολόκληρος ο Ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίζεται στον αρχαίο Ελληνικό, με συνδετικό κρίκο τον ρωμαϊκό. Με τους άλλους Ευρωπαίους μας δένει βέβαια και ο Χριστιανισμός, όσο και να μας χωρίζουν ορισμένα δόγματα. Μα και ο Χριστιανισμός έπρεπε να δουλευτεί πρώτα με την Ελληνική σκέψη, για να μπορέσει ν’ απλώσει έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Η ρίζα του πολιτισμού των Ευρωπαίων όλων είναι ο αρχαίος ελληνικός στοχασμός και η τέχνη, γι’ αυτό δεν μπορεί να τα αγνοεί κανείς, αν θέλει να αισθάνεται πως πνευματικά ανήκει στην Ευρώπη.

Μα ο κυριότερος λόγος που δεν επιτρέπεται οι νέοι μας ν’ αγνοούν την αρχαίαν Ελλάδα είναι άλλος: στην Ελλάδα για πρώτη φορά στα χρονικά του κόσμου ανακαλύφτηκε ο άνθρωπος ως αξία αυτόνομη, ο άνθρωπος που θέλει να κρατιέται ελεύθερος από κάθε λογής σκλαβιά, και υλική και πνευματική. Μέσα στους λαούς που περιβάλλουν τον ελληνικό χώρο στα παλιά εκείνα χρόνια υπάρχουν πολλοί με μεγάλο πολιτισμό, πάνω απ’ όλους οι Αιγύπτιοι και οι Πέρσες. Οι λαοί όμως αυτοί ούτε γνωρίζουν ούτε θέλουν τον ελεύθερο άνθρωπο. Το απολυταρχικό τους σύστημα επιβάλλει στα άτομα να σκύβουν αδιαμαρτύρητα το κεφάλι μπροστά στο βασιλέα και στους θρησκευτικούς αρχηγούς. Η ελεύθερη πράξη και η ελεύθερη σκέψη είναι άγνωστα στον εξωελληνικό κόσμο. Και οι Έλληνες; Πρώτοι αυτοί, σπρωγμένοι από μια δύναμη που βγαίνει από μέσα τους και μόνο, την δεσποτεία θα την μεταλλάξουν σε δημοκρατία, και από την άβουλη, ανεύθυνη μάζα του λαού θα πλάσουν μια κοινωνία από πολίτες ελεύθερους, που καθένας τους να νιώθει τον εαυτό του υπεύθυνο και για τη δική του και για των άλλων την προκοπή. Ο στοχασμός είναι κι αυτός ελεύθερος για τα πιο τολμηρά πετάματα του νου και της φαντασίας. Ο Έλληνας είναι ο πρώτος, που ενώ ξέρει πως δεν μπορεί ατιμώρητα να ξεπεράσει τα σύνορα του ανθρώπου και να γίνει θεός, όμως κατέχεται από μια βαθιά αισιοδοξία για τις ανθρώπινες ικανότητες και είναι γεμάτος αγάπη για τον άνθρωπο, που τον πιστεύει ικανό να περάσει τις ατέλειές του και να γίνει αυτό που πρέπει να είναι−ο τέλειος άνθρωπος. Αυτή η πίστη στον τέλειον άνθρωπο, συνδυασμένη με το βαθύ καλλιτεχνικό αίσθημα που χαρακτηρίζει την ελληνική φυλή, δίνει στον αρχαίον Έλληνα τον πόθο και την ικανότητα να πλάσει πλήθος ιδανικές μορφές σε ό,τι καταπιάνεται με το νου, με τη φαντασία και με το χέρι: στις απέριττες μορφές που σχεδιάζουν οι τεχνίτες στα αγγεία της καθημερινής χρήσης, στη μεγάλη ζωγραφική, στην πλαστική του χαλκού και του μαρμάρου, πάνω απ’ όλα στο λόγο τους, και τον πεζό και τον ποιητικό. Αυτόν τον κόσμο θέλουμε να δώσουμε στα παιδιά μας, για να μορφωθούν∙ για να καλλιεργήσουν τη σκέψη τους αναλύοντας τη σκέψη των παλιών Ελλήνων∙ για να καλλιεργήσουν το καλλιτεχνικό τους αίσθημα μελετώντας ό,τι ωραίο έπλασε το χέρι και η φαντασία των προγόνων τους∙ για να μπορέσουν κι αυτοί να νιώσουν τον εαυτό τους αισιόδοξο, ελεύθερο και υπεύθυνο για τη μοίρα του ανθρώπου πάνω στη γη∙ προπαντός για να φουντώσει μέσα τους ο πόθος για τον τέλειον άνθρωπο.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΕΛΕΥΘΕΡΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ "24γράμματα"

Κυριακή 1 Μαΐου 2011

Φωτογραφία και Λογοτεχνία (Ρίτσος – Επιτάφιος)

" Το Μάη του 1936, λοιπόν, έχουμε μεγάλη εργατική αναταραχή και σε μία απεργιακή συγκέντρωση, στη Θεσσαλονίκη, ένας εργάτης πέφτει νεκρός από τα χτυπήματα της αστυνομίας. Η φωτογραφία της μάνας που θρηνεί πάνω από το άψυχο κορμί του γιού της τραβιέται από φωτορεπόρτερ που βρέθηκε στο περιστατικό και την άλλη μέρα το πρωί φιγουράρει στην πρώτη σελίδα του “Ριζοσπάστη” , αλλά και άλλων αθηναϊκών εφημερίδων. Ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, βλέποντας τη φωτογραφία στο “Ριζοσπάστη” συγκλονίζεται. Σύμφωνα με μαρτυρία του ιδίου του ποιητή, κλείνεται στη σοφίτα του , κάπου στο Νέο Κόσμο, και την άλλη μέρα έχει έτοιμα τα τέσσερα πρώτα μέρη του ποιήματος “Επιτάφιος”, που ο “Ριζοσπάστης” δημοσίευσε με τον τίτλο “Μοιρολόι”. "

VI




Μέρα Μαγιού μου μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,

άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω



Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις

άρμεγες με τα μάτια σου το φως της οικουμένης



Και με το δάχτυλο απλωτό μου τάδειχνες ένα-ένα

τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα



Και μούδειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,

και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι



Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,

κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.



Μα, γιόκα μου, κι αν μούδειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,

τάβλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.



Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια

τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια



Και μούλεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.



Στη στράτα εδώ καταμεσής τ᾿ άσπρα μαλλιά μου λύνω

και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.



Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει

κι είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.



Δε μου μιλείς κι η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω

και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιε μου, μπήγω.

ΔΕΙΤΕ ΣΧΕΤΙΚΑ ΒΙΝΤΕΟ:







Διαβάστε περισσότερα:
24γράμματα – Ηλεκτρονικό Περιοδικό: Γλώσσα – Ιστορία – Πολιτισμός » Φωτογραφία και Λογοτεχνία (Ρίτσος – Επιτάφιος)