Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστούγεννα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 27 Δεκεμβρίου 2015

Τα κάλαντα, ένα χριστουγεννιάτικο διήγημα του Λαπαθιώτη

Posted by sarant στο 25 Δεκεμβρίου, 2012
Τα κάλαντα μας τα είπαν χτες τα πιτσιρίκια, σε σπίτια και σε μαγαζιά, θα μας τα πουν και την άλλη Δευτέρα, ενώ για την ίδια τη λέξη έχουμε γράψει παλιότερα στο ιστολόγιο, αν και το άρθρο εκείνο σηκώνει αναδημοσίευση και ίσως το ξαναδείτε σε πεντέξι μέρες. Τα κάλαντα τα σημερινά είναι διήγημα χριστουγεννιάτικο, γραμμένο τον μεσοπόλεμο, τότε που κάθε έντυπο τέτοιες μέρες έπρεπε απαραιτήτως να έχει ύλη έκτακτη, εορταστική, μια συνήθεια που σιγά-σιγά ξεθύμανε, αν και θυμάμαι ότι πριν από μερικά χρόνια η Βιβλιοθήκη, το ένθετο της Ελευθεροτυπίας, είχε προσπαθήσει να την αναστήσει και είχε ζητήσει από γνωστούς συγγραφείς να γράψουν σύγχρονα χριστουγεννιάτικα διηγήματα. Εμείς πάντως στο ιστολόγιο συνηθίζουμε μέρες που είναι να βάζουμε κάποιο χριστουγεννιάτικο διήγημα, κι έτσι πέρσι τέτοιον καιρό είχαμε βάλει το Χριστόψωμο του Παπαδιαμάντη, ενώ πρόπερσι ένα παπαδιαμαντικό (α λα μανιέρ ντε, που λέμε) του Τάσου Βουρνά, και αντιπρόπερσι ένα άλλο σε παπαδιαμαντικό ύφος, του Βάρναλη. Και φέτος Παπαδιαμάντη σκεφτόμουν να βάλω, και συγκεκριμένα το Γιαλόξυλο, που το είχα κατά κάποιο τρόπο προαναγγείλει πέρσι, αλλά επειδή είδα πως το Γιαλόξυλο έχει ανέβει στον εξαιρετικόν ιστότοπο της Εταιρείας Παπαδιαμαντικών Σπουδών (γεια σου Νεκτάριε!) οπότε σκέφτηκα να βάλω κάτι που δεν το έχει ακόμα δει ο παντεπόπτης οφθαλμός του Διαδικτύου, ένα διήγημα του Λαπαθιώτη, που περιλαμβάνεται στον δεύτερο τόμο διηγημάτων του Λαπαθιώτη, που θα κυκλοφορήσει προσεχώς σε δική μου επιμέλεια (ο πρώτος τόμος πάντως βγήκε στις αρχές του χρόνου και υπάρχει στα βιβλιοπωλεία).
Το διήγημα λέγεται «Τα κάλαντα» και δημοσιεύτηκε στο Μπουκέτο, το περιοδικό ποικίλης ύλης που φιλοξένησε μεγάλο μέρος της ποιητικής και της πεζής παραγωγής του Λαπαθιώτη, από το 1924 ίσαμε το τέλος της ζωής τους. Όπως θα περιμένατε, δημοσιεύτηκε σε χριστουγεννιάτικο τεύχος, στο τεύχος της 26ης Δεκεμβρίου 1929. Το παραθέτω εδώ, μονοτονισμένο φυσικά. Η ορθογραφία έτσι κι αλλιώς ήταν σχεδόν η ίδια με τη σημερινή.
Και φυσικά το ιστολόγιο εύχεται σε όλους καλές γιορτές!

Τα κάλαντα
Χριστουγεννιάτικο
Από πολύ πρωί, σχεδόν προτού να βγει ο ήλιος, είχαν πάρει σβάρνα όλη τη γειτονιά, και είχαν πει τα κάλαντα σ’ όλα τα γύρω σπίτια. Δεν είχαν αφήσει πόρτα, μάντρα, μαγαζί, να μη χτυπήσουν…
— Ναν τα πούμε; Ναν τα πούμε;… Ώς το μεσημέρι, η βόλτα τους ήταν τελειωμένη. Και μην έχοντας πού αλλού να πάνε, πήγαιναν ξανά στα ίδια σπίτια.
Ήταν ο Μήτσος, ο Τάσος κι ο Λεύτερης –αυτοί που τραγουδούσαν— κι ο Γιώργος με το τρίγωνο, κι ο Κώτσος που βαρούσε τη φυσαρμόνικα.
Κι η δουλειά είχε πάει φίνα. Οι τσέπες τους ήταν βαριές από δεκάρες κι από φράγκα.
Είχαν τόσους γνωστούς, παντού! Όλες οι γυναίκες τούς ήξεραν, όλος ο κόσμος, σχεδόν, τους αγαπούσε: Δεν ήταν σπίτι, που να μην είχαν κάνει, κάποτε, θελήματα —μαγαζί, που να μην είχαν, κάποτε, δουλέψει…
Ώς κι ο μπαρμπα-Στάθης, ο μπακάλης, ο γκρινιάρης, που του ’χαν σπάσει κάποτε τα τζάμια, έβγαλε και τους έδωσ’ ένα δίφραγκο…
Κατά τις δυο τ’ απόγεμα, αφού τσίμπησαν λίγο φαΐ, στο πόδι, αποφάσισαν να ξανοιχτούν και σ’ άλλες γειτονιές.
Ο Κώτσος, που ήταν γενικός ταμίας τους, είχε τη σοφή ιδέα, για να μη βαραίν’ η τσέπη του, να μαζέψει όλη τη γαζέτα, και να την πάει σ’ έναν καπνοπώλη, να την κάνει, ολόκληρη, χαρτί…
Δεν τραγουδούσαν και πολύ καλά —αλλά, σ’ αυτές τις περιστάσεις, η πρόθεση είναι το παν! Κι εκείνοι που τους άκουγαν, δεν είχαν, βέβαια, απαίτηση ν’ ακούσουν και Καρούζο! Έφτανε που τα ’λεγαν, απλώς, «για το καλό»…
Και το βράδυ τούς βρήκε μακριά, στην άλλη άκρη της Αθήνας.
Βραχνιασμένοι, κατακουρασμένοι, έκατσαν σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να ξεκουραστούν. Η εσοδεία ήταν τόσο άφθονη, ώστε σκέφτηκαν πως είχαν το δικαίωμα κι αυτοί να το ρίξουν λίγο όξω, μια κι η περίσταση το είχε φέρει έτσι. Απ’ τους κουραμπιέδες προχώρησαν στους μπακλαβάδες και τα γαλατομπούρεκα —ώσπου δε μπορούσαν να χωρέσουν άλλο…
Κι επειδή ένα έξοδο φέρνει αμέσως τ’ άλλο, αποφάσισαν να πάνε και στον κινηματογράφο.
Μπήκαν μέσα, με το τρίγωνο και με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να ξέρουν τι ταινία έπαιζε, και κάθισαν μπροστά, στις πρώτες θέσεις, που ήταν αδειανές.
Η ταινία παράσταινε κυνηγητά, απαγωγές, ληστείες. Ένα μικρό παιδί ήταν ο ήρως. Αυτός γινόταν ο ανέλπιστος σωτήρας, κι έκανε θαύματα πραγματικά παλικαριάς…
Η σάλα ήταν γιομάτη κόσμο: Φαντάροι, ναύτες και πολίτες, στριμωγμένοι όλοι, φύρδην μίγδην, παρακολουθούσαν την ταινία, και χειροκροτούσαν κάθε φορά που ο μικρός νικούσε ή κατάφερνε κανένα νέο κόλπο, εις βάρος των οχτώ αγριανθρώπων που είχαν κλέψει με  τη βία μια κοπέλα, για να μάθουν κάποιο μυστικό…
Όταν τελείωσε ο κινηματογράφος —επειδή ήταν νωρίς ακόμα— έμειναν και στη δεύτερη παράσταση.
Ήθελαν να ξαναδούνε την ταινία, που τους είχε δώσει τόσες συγκινήσεις. Και την ξαναείδαν πάλι, ξαναπερνώντας απ’ τις ίδιες περιπέτειες, και ξαναδοκιμάζοντας τις ίδιες συγκινήσεις —ώσπου ξανατελείωσε, υπό τα γενικά χειροκροτήματα, και το πανί τούς είπε «Καληνύχτα»…
Η ώρα ήταν δώδεκα και τέταρτο.
Τότε αποφάσισαν να γυρίσουν σπίτια τους. Κι επειδή, σ’ αυτό το μεταξύ, είχαν ξαναπεινάσει, κάθισαν πάλι, σ’ ένα μαγαζί, κι έφαγαν πέντε πιάτα λουκουμάδες.
Και ξεκινήσαν για τη γειτονιά τους, χοροπηδώντας και κάνοντας αστεία, βαρώντας καρπαζιές ο ένας τον άλλο, με φωνές και με κυνηγητά…
Κι ενώ προχωρούσαν έτσι, αφού είχαν στρίψει ένα σωρό γωνιές, ξαφνικά ανακάλυψαν πως είχαν χάσει το δρόμο…
Γύρω τους, τώρα, δεν υπήρχαν σπίτια αλλά ένας κάμπος, βαθύς και σκοτεινός, που ποτέ τους δεν τον είχαν ξαναδεί…
Σταμάτησαν τις τρέλες τους με μιας, και κοιταχτήκανε κι οι πέντε μ’ απορία…
Δεν περπατούσαν πια σε δρόμο, αλλά περνούσαν μέσ’ από χωράφια, και τα πόδια τους βούλιαζαν μέσ’ στο χώμα, που φαινόταν σαν υγρό απ’ τις βροχές.
Δεν υπήρχε γύρω τους τίποτε, παρά, πού και πού, ο ίσκιος ενός δέντρου. Τ’ άστρα έλαμπαν ψηλά, στον ουρανό, κι η αστροφεγγιά τους ήταν τόσο δυνατή, που προχωρούσαν μέσ’ στα σκοτεινά, χωρίς να ξέρουν κατά πού βαδίζουν, αλλά και δίχως να παραπατάνε…
Και στα χέρια τους δεν κρατούσαν πια, ούτε το τρίγωνο, ούτε τη φυσαρμόνικα. Αντί όμως, να βάλουν τις φωνές και να γυρίσουν, να ψάξουνε στο δρόμο —αυτό το πράμα, το πολύ παράξενο, τους φαινόταν τόσο φυσικό, που δε σκέφτηκε κανένας να μιλήσει…
Περπατούσαν σιωπηλοί κι εκστατικοί, με τα μάτια καρφωμένα στον ορίζοντα, μ’ εμπιστοσύνη, δίχως να φοβούνται… Μόνο που τώρα, δίχως να το θέλουν και δίχως να σκεφτούν γιατί το κάνουν, ήταν κι οι πέντε τους πιασμένοι απ’ τα χέρια.
Η ησυχία ήταν τόσο απόλυτη, ώστε οι καρδιές τους, που χτυπούσαν, ακουγόντουσαν μ’ έναν ήχο ρυθμικό και κρυσταλλένιο. Κι ενώ προχωρούσαν, το σκότος άρχισε να γίνεται λιγότερο. Θα ’λεγε κανένας, πως άρχιζε να ξημερώνει. Και τότε είδαν πως, το φως αυτό, ήταν το φως ενός μεγάλου άστρου, ενός μεγάλου άστρου δυνατού, που ξεχώριζε ανάμεσ’ από τ’ άλλα, σ’ ένταση, σε γλύκα και σε πάθος, όπως ξεχωρίζει το βιολί μέσ’ στους άλλους ήχους της Ορχήστρας!
Και προχωρούσαν προς το φως, αυτό, μαγεμένοι και σαν υπνωτισμένοι, δίχως να νοιάζονται καθόλου πού πηγαίνουν, με την καρδιά πλημμυρισμένη ευτυχία, σαν να ’χαν πιει, χωρίς να καταλάβουν, κάποιο γλυκό κι αλλόκοτο κρασί…
Αυτό το πράμα βάσταξε, δεν ξέρω πόση ώρα.
Κι έπειτα είδαν κάποια λάμψη που τρεμόσβηνε, σ’ ένα μικρό σπιτάκι, μακριά.
Ήθελαν, δεν ήθελαν, τα πόδια τους τούς έφερναν εκεί.
Κι ενώ πλησίαζαν, ο πρώτος ήχος που ’φτασε στ’ αυτιά τους, ήταν σαν ένα πράο μουγκρητό, σαν ένα βέλασμα προβάτων μακρινό, κι η μαλακή φωνή μιας αγελάδας…
Τότε κατάλαβαν πως η μικρή εκείνη μάντρα, ήταν μια φτωχική μικρούλα στάνη —και στο βάθος της μικρής εκείνης στάνης μια μικρούλα ξύλινη καλύβα.
Και καθώς προχώρησαν να μπούνε μέσ’ στη μάντρα, γιατί μια δύναμη παράξενη τούς έσπρωχνε, είδαν κόσμο συναγμένο μέσα. Κι όλος αυτός ο κόσμος ήταν πολύ αλλιώτικα ντυμένος. Ήταν ζωσμένο το κορμί του με προβιές, κι είχε τους ώμους και τα πόδια του γυμνά.
Τότε θέλησαν να προχωρήσουν παραμέσα. Γλίστρησαν μέσ’ απ’ τους αμίλητους ανθρώπους, που στεκόσανε τριγύρω σαν αγάλματα, κι οι περισσότεροι ήταν γονατισμένοι –κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας,
Στην αρχή δε μπόρεσαν να διακρίνουν τίποτε. Τόσο πολύ τούς θάμπωσε το δυνατό το φως, που ’βγαινε απ’ τα βάθη της καλύβας. ‘Έπειτα, όμως, σιγά σιγά συνήθισαν, κι άρχισαν να βλέπουν καθαρά.
Η καλύβα ήταν φωτισμένη, ήταν πλημμυρισμένη από φως, χωρίς να φαίνεται ολότελα, στο μάτι, από πού ερχόταν τόση λάμψη! Κοίταζαν με μάτια θαμπωμένα, και δε μπορούσαν να τ’ ανακαλύψουν…
Είδαν τότε, στη μέση της καλύβας, καθισμένη χάμω μια γυναίκα, το πρόσωπό της δε φαινότανε διόλου. Στην αγκαλιά της είχ’ ένα μωρό.
Ήταν καθισμένη χάμω, σ’ ένα παχύ, χοντρό δεμάτι άχερα, κι ήταν προσηλωμένη στο μωρό της. Δε σήκωνε τα μάτια από πάνω του.
Δίπλα της στεκόταν ένας άντρας, που, κι αυτός, ήταν ντυμένος σαν τους άλλους, με μια προβιά στη μέση, και ξυπόλυτος.
Κι οι δυο κοιτούσαν με λαχτάρα το μωρό.
Τότε η γυναίκα σήκωσε τα μάτια, και μια στιγμή τα κάρφωσε στο πλήθος. Φαινόταν νέα και πολύ ωραία, με μάτια τρυφερά και πονεμένα —μάτια τόσο γιομάτα καλοσύνη, που τα παιδιά κατάλαβαν αμέσως, πως έπρεπε κι αυτά να γονατίσουν…
Έγειραν και τα πέντε στη σειρά, κι η καρδιά τους χτυπούσε δυνατά. Ένιωθαν τώρα μια παράξενη λατρεία, μια καινούργια κι ανεξήγητη λατρεία, δίχως να μπορούν να πούνε λέξη, σα να τους είχαν πάρει τη μιλιά!
Δεν ακουγόταν τίποτ’ άλλο, στην καλύβα, παρά το βέλασμα των ήμερων προβάτων, που πλάγιαζαν τριγύρω στη γυναίκα, κι είχαν ακουμπισμένα τα κεφάλια τους, στα γόνατά της και στη μαύρη της ποδιά.
Κι ήταν, παντού, σα μια πανώρια μουσική, σα μιαν αόρατη, μεγάλη αρμονία, λες κι όλα τραγουδούσαν, δίχως ήχους, ένα βαθύ κι αιώνιο σκοπό.
Και τα παιδιά έγειραν το κεφάλι κι ακούμπησαν το μέτωπο στο χώμα.
Κι ενώ ήταν σκυμμένα έτσι, χάμω, και τα χείλη τους φιλούσανε το χώμα, άκουσαν, άξαφνα, σαν ποδοβολητά αλόγων.
Σήκωσαν τότε τα κεφάλια τους και κοίταξαν. Και είδαν, πίσω τους, στην είσοδο της μάντρας, να ξεπεζεύουν τρεις ωραίοι άντρες, ακόμα πιο παράξενα ντυμένοι.
Φορούσαν ρούχα βελουδένια, κι είχαν απάνω, κεντημένα με χρυσάφι, τ’ άστρα, και στη μέση το φεγγάρι. Στ’ αυτιά τους ήταν περασμένα σκουλαρίκια, και κουβαλούσανε πολύτιμα κουτιά, σκαλισμένα, γύρω γύρω, με ζεντέφια.
Μόλις ξεπέζεψαν, προχώρησαν κι οι τρεις, κι έφτασαν ώς την πόρτα της καλύβας. Έπεσαν τότε χάμω, και προσκύνησαν. Κι αφού φιλήσανε το χώμα και προσκύνησαν, σηκώθηκαν και στάθηκαν στη μέση. Κι άνοιξαν τα πολύτιμα κουτιά.
Κι όλος ο τόπος γιόμισε αρώματα μεθυστικά κι αλλόκοτα λιβάνια, που σκέπασαν τη μυρουδιά του στάβλου, και την αποφορά της κοπριάς —κι έκαμαν τη φτωχή μικρή καλύβα, να μοσχοβο­λάει σα ναός…
Κι έβγαλαν μέσ’ απ’ τα κουτιά φανταχτερά στολίδια —ρουμπίνια και τοπάζια κι αμεθύστους, και περιδέραια όλα μαργαριτάρια– και τ’ ακουμπήσαν στης γυναίκας την ποδιά…
Και τα παιδιά σηκώσανε τα μάτια τους, και ξανακοίταξαν μπροστά τους, θαμπωμένα…
* * *

Και καθώς άνοιξαν τα μάτια να κοιτάξουν, βρέθηκε, το καθένα, μέσ’ στα ρούχα του, στο φτωχικό συνηθισμένο του κρεβάτι…
Τότε, το καθένα χωριστά, είπε, μέσ’ στα βάθη της ψυχής του, πως όλ’ αυτά, τα είχε δει μέσ’ στ’ όνειρό του… Και γι’ αυτό, το βράδυ που ξανάσμιξαν, δεν έκαμαν ολότελα κουβέντα.
Επειδή, βλέπεις, τα παιδιά, δεν είναι σαν και μας, τους πιο μεγάλους, που φλυαρούμε διαρκώς το καθετί, και ξαναλέμε ό,τι είδαμε στον ύπνο μας. Εκείνα δεν το συζητούν ποτέ, ούτε το σχολιάζουν μεταξύ τους.
Κι εξ άλλου, το ξεχνούν την ίδια μέρα…

23χρονος πέθανε αβοήθητος την ημέρα των Χριστουγέννων


Ένα νέο παλικάρι μόλις 23 ετών, πέθανε αβοήθητο στη μέση του δρόμου, την ημέρα των Χριστουγέννων, στην περιοχή του Πανανείου στη πόλη του Ηρακλείου.

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ του cretalive δίπλα στον άτυχο νεαρό βρέθηκαν δυο σύριγγες από χρήση ηρωίνης κι όπως όλα δείχνουν αυτή είναι και η αιτία του θανάτου του.

Την αστυνομία ειδοποίησαν περαστικοί οι άντρες της οποίας λίγο αργότερα συνέλαβαν 4 φίλους του, 3 άντρες και μια γυναίκα ηλικίας από 33 ως 40 χρονών που τον εγκατέλειψαν και τον άφησαν να πεθάνει φοβούμενοι την σύλληψη.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: http://ikypros.com/?p=144024

Πέμπτη 26 Δεκεμβρίου 2013

Οι ιστορίες των πιο γνωστών χριστουγεννιάτικων τραγουδιών


Γίνεται κανείς να ζει ακούγοντας όλη τη μέρα μουσικές, να βουλιάζει στον καναπέ διαβάζοντας το ένα βιβλίο μετά το άλλο και να μη χρειάζεται να σκέφτεται ωράρια; Να μην έχει απολύτως κανένα λόγο να δουλέψει; Όλα είναι δυνατά αν έχουν να κάνουν με τα Χριστούγεννα κι αν είσαι ο γιος εκείνου του συνθέτη που έγραψε ένα και μοναδικό χιτ αρκεί αυτό να είναι Χριστουγεννιάτικο.


Όπως ακριβώς συμβαίνει στο μυθιστόρημα του Βρετανού Νικ Χόρνμπι «Για ένα αγόρι» όπου ο κεντρικός ήρωας και αιώνιος έφηβος Ουίλ επιβιώνει χάρις στα πνευματικά δικαιώματα ενός χριστουγεννιάτικου χιτ που συνέθεσε ο πατέρας του. Είναι τα Χριστούγεννα η συνταγή της επιτυχίας τους; Είναι ο καθημερινός βομβαρδισμός με jingles από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση; Ή απλά υπάρχει μια μαγεία και μια κρυμμένη ιστορία πίσω από κάθε Christmas Song. Στην Athens Voice ψάξαμε την ιστορία πίσω από κάθε ένα από τα 13 δημοφιλέστερα τραγούδια όλων των εποχών. Όλοι τα έχουμε τραγουδήσει.

«All I want for Christmas is you»

Τραγουδούσε η Mariah Carey σε υπερβολικά υψηλές νότες στις αρχές του 1990. Το εν λόγω τραγούδι, το οποίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά την 1η Νοέμβρη του 1994, σημείωσε τεράστια επιτυχία, ανεβαίνοντας στο τοπ 10 των charts πολλών χωρών. Είκοσι χρόνια μετά και ακόμα τραγουδιέται κάθε χρόνο από τους απανταχού ερωτευμένους των Χριστουγέννων, κάνοντας το «μία από τις πιο αγαπημένες προσθήκες στα έθιμα των γιορτών», σύμφωνα με το περιοδικό New Yorker. Τους στίχους έγραψε η ίδια η Mariah Carey και είναι αφιερωμένοι στον τότε σύζυγο της Tommy Mottola. Ηχογραφήθηκε ως μια προσπάθεια της τραγουδίστριας να διευρύνει το κοινό της και τελικά έμελλε να γίνει το πιο επιτυχημένο single της. Στη Βρετανία ψηφίστηκε ως το δημοφιλέστερο και πιο αγαπημένο χριστουγεννιάτικο τραγούδι της δεκαετίας του 1990, ενώ μέχρι σήμερα παραμένει ένα από τα κομμάτια με τις περισσότερες πωλήσεις παγκοσμίως.

«I’ll be home for Christmas»




Το πολύπαθο κομμάτι το του Bing Crosby. Μηνύσεις, δικαστικές μάχες αλλά και απαγόρευση του συνόδευσαν την κυκλοφορία το 1943. Το τραγούδι γράφτηκε κατά την διάρκεια του Β’ παγκοσμίου πολέμου και μιλά για έναν στρατιώτη που βρίσκεται μακριά από το σπίτι του. Στην επιστολή που στέλνει στην οικογένειά του, τους ενημερώνει ότι στις γιορτές θα είναι και πάλι κοντά τους. Παρότι το τραγούδι έγινε σημείο αναφοράς για χιλιάδες στρατιώτες και τις οικογένειες τους, το BΒC θεώρησε ότι ένα τέτοιο τραγούδι μπορεί να βλάψει το ηθικό των στρατευμάτων και απαγόρευσε την αναπαραγωγή του. Ως δημιουργοί του κομματιού αρχικά αναφέρονταν ο στιχουργός Kim Gannon και ο συνθέτης Walter Kent. Ο τραγουδοποιός όμως Buck Ram, ο οποίος λίγο νωρίτερα είχε γράψει ένα ποίημα με τον ίδιο τίτλο, πέτυχε-κατόπιν μήνυσης- να πιστωθεί ως συνδημιουργός του. Ενδιαφέρουσα ιστορική πληροφορία είναι ότι το 1965 οι αστροναύτες Frank Bormanκαι Jim Lovell, ενώ βρίσκονταν σε αποστολή στο διάστημα, ζήτησαν από το επίγειο πλήρωνα της NASA να παίξουν προς τιμής τους το τραγούδι.

«Santa Claus is coming to town»




Για όσους τα Χριστούγεννα περιμένουν τον Άγιο Βασίλη αυτό είναι το ιδανικό τραγούδι. Γράφτηκε από τους John Frederick Coots και Haven Gillespie. Πρωτοπαρουσιάστηκε στο κοινό μέσω ενός ραδιοφωνικού σόου το Νοέμβρη του 1934. Σημείωσε άμεση επιτυχία, με αποτέλεσμα, μόλις την επόμενη μέρα του σόου, 100.000 άτομα να σπεύσουν να το παραγγείλουν. Αριθμός που έφτασε τις 400.000 μέσα στις επόμενες μέρες. Το κομμάτι έχουν τραγουδήσει και ηχογραφήσει πάρα πολλοί καλλιτέχνες με γνωστότερο και ίσως καλύτερο τον Φρανκ Σινάτρα.

«Must be Santa»



Για όποιον ψάχνει κάτι πιο ροκ για τα Χριστούγεννα, υπάρχει ο Bob Dylan.Η μελωδία του είναι βασισμένη σε ένα γερμανικό παραδοσιακό τραγούδι, το οποίο γράφτηκε για ειδικό σκοπό: να συνοδεύει τα παιχνίδια ποτού των Γερμανών. Πρώτοι το διασκεύασαν οι Hal Moore και Bill Fredericks το Νοέμβριο του 1960. Όμως η εκδοχή του Dylan το 2009 έμελλε να αγαπηθεί από το κοινό περισσότερο.

«We Wish You A MetalXmas And A Headbanging NewYear»




Ποιος είπε ότι τα χριστουγεννιάτικα τραγούδια είναι πάντα γλυκά και μελωδικά; Υπάρχουν κομμάτια και για τους φανατικούς της μέταλ. Το 2008 κυκλοφόρησε το άλμπουμ «We Wish You A MetalXmas And A Headbanging NewYear». Σε αυτό περιλαμβάνεται και το κομμάτι «God rest you merry gentlemen» σε διασκευή και εκτέλεση του Dio. Το τραγούδι χρονολογείται από το 1760 και θεωρείται από τα πιο παλιά αγγλικά κάλαντα. Υπάρχει μάλιστα αναφορά σε αυτό στο βιβλίο «Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα» του Κάρολου Ντίκενς. Το κομμάτι- πέρα από τον Dio- έχει διασκευάσει πλήθος καλλιτεχνών.

«Happy Xmas (the war is over)»



Τον Οκτώβριο του 1971 και μετά από δύο χρόνια πολιτικού ακτιβισμού ενάντια στον πόλεμο του Βιετνάμ, οι John Lennon και Yoko Ono ηχογράφησαν το «Happy Xmas (the war is over)» στο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου. Ο John Lennon, μετά την μεγάλη επιτυχία που έκανε το «Imagine», συμπέρανε ότι: «Τώρα κατάλαβα τι πρέπει να κάνεις. Πες το πολιτικό σου μήνυμα, βάζοντας του λίγο μέλι». Έτσι εμπνεύστηκε ένα χριστουγεννιάτικο τραγούδι που θα καταδικάζει τον πόλεμο στο Βιετνάμ, ενώ παράλληλα θα προωθεί τις ιδέες της κοινωνικής ενότητας και της ειρηνικής αλλαγής. Τελικά το κομμάτι σημείωσε μεγάλη επιτυχία και έχει ψηφιστεί ως το ένατο αγαπημένο χριστουγεννιάτικο τραγούδι όλων των εποχών.

«Blue Christmas»



Για τους άτυχους που ερωτεύτηκαν χωρίς ανταπόκριση μέσα στα Χριστούγεννα. Πρώτη φορά ηχογραφήθηκε από τον Doye O' Dell το 1948, αλλά ήταν η φωνή του Βασιλιά Elvis Presley το 1957, που το εδραίωσε στη συνείδηση του κοινού ως ένα κλασικό ροκ εν ρολ χριστουγεννιάτικο τραγούδι.

«White Christmas»



Αν πάλι είστε από αυτούς που απλά ονειρεύονται χιονισμένα Χριστούγεννα, ιδανικό τραγούδι είναι το «White Christmas» του Bing Crosby. Σύμφωνα με το βιβλίο Γκίνες το τραγούδι είναι το single με τις περισσότερες πωλήσεις όλων των εποχών.

«Let It Snow»



Για χιόνι παρακαλούσαν και οι Sammy Cahn και Jule Styne με το «Let it snow».Το παράδοξο είναι ότι δεν πρόκειται για χριστουγεννιάτικο κομμάτι. Γράφτηκε τον Ιούλιο του 1945, σε μια από τις πιο καυτές μέρες του καλοκαιριού, όταν οι δημιουργοί απηυδισμένοι από τη ζέστη παρακαλούσαν να χιονίσει για να πέσει η θερμοκρασία. Λόγω των στίχων του όμως ταυτίστηκε με τα Χριστούγεννα. Πρώτη φορά ηχογραφήθηκε το 1945 από τον Vaughn Monroe. Έκτοτε τραγουδήθηκε από πολλούς καλλιτέχνες με γνωστότερους τους Frank Sinatra και Dean Martin.

«Mamacita»



Το τραγούδι-μουσική επένδυση φετινής τηλεοπτικής διαφήμισης κρύβει μια τραγική ιστορία. Το τραγούδι ηχογραφήθηκε για πρώτη φορά το 1958 με τη φωνή του 12χρονου τότε Augi Rios και με τίτλο «Dondeesta Santa Claus». Το 2006 όμως επανήλθε στο προσκήνιο όταν ένας πατέρας βιντεοσκόπησε τον μικρό του γιο να το τραγουδάει και το ανέβασε στο YouTube, συγκεντρώνοντας αμέσως χιλιάδες views. Το τραγικό είναι ότι λίγους μήνες αργότερα το αγοράκι μαζί με την μητέρα του έχασαν τις ζωές του σε πυρκαγιά που ξέσπασε στο αμάξι που επέβαιναν.

«Rocking around the Christmas tree»



Όσοι έχουν δει την ταινία «Μόνος στο σπίτι» θα θυμούνται τη σκηνή, όπου ο πρωταγωνιστής, Kevin McAlister, παριστάνει ότι γίνεται στο σπίτι του πάρτι για να κρατήσει μακριά τους ληστές που καραδοκούν απ' έξω. Στη σκηνή λοιπόν του υποτιθέμενου πάρτι, ακούγεται ένα από τα πιο κεφάτα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Πρόκειται για το «Rocking around the Christmas tree». Το κομμάτι ηχογραφήθηκε από την Brenda Lee, το1958, ενώ εκείνη ήταν μόλις 13 ετών.

« I saw Mommy kissing Santa Claus»



Το χριστουγεννιάτικο τραγούδι, που ενόχλησε πολύ το Βατικανό. Το 1952 ο 13χρονος Jimmy Boyd ηχογράφησε το « I saw Mommy kissing Santa Claus». Το τραγούδι περιγράφει μια σκηνή όπου ένα αγοράκι, κατεβαίνοντας τη σκάλα την Παραμονή των Χριστουγέννων, βλέπει τη μητέρα του να φιλάει κάποιον ντυμένο Άγιο Βασίλη. Αυτό ήταν αρκετό για να προκαλέσει την αντίδραση της Καθολικής Εκκλησίας της Βοστώνης και να αναγκάσει τον Jimmy Boyd να παρουσιαστεί ενώπιον του Αρχιεπισκόπου για να δώσει εξηγήσεις. Το τραγούδι γνώρισε μεγάλη επιτυχία αλλά και πολλές παρωδίες. Η πιο γνωστή είναι του Spike Jones με τίτλο « I saw Mommy screwing Santa Claus».

«Last Christmas»



Το τραγούδι-ένοχη απόλαυση. Ένα από τα χριστουγεννιάτικα κομμάτια που πολλοί λατρεύουν να μισούν, μάλλον γιατί πρόκειται για ένα από τα χιλιοπαιγμένα τραγούδια των Χριστουγέννων, από τους απανταχού ραδιοφωνικούς σταθμούς.Πρόκειται για το «Last Christmas» των Wham. Το τραγούδι γράφτηκε από τον George Michael και κυκλοφόρησε το 1984. Έκτοτε δεν έχει λείψει από κανέναν ραδιοφωνικό σταθμό την περίοδο των Χριστουγέννων, ενώ κάθε χρόνο τέτοια εποχή σκαρφαλώνει ξανά στην κορυφή των charts.


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ: "SIGMALIVE"

Τρίτη 30 Οκτωβρίου 2012

Τα τέσσερα κεριά….


Τα τέσσερα κεριά….
Σ’ ένα δωμάτιο τέσσερα κεριά, έλιωναν, αργά αργά…
Ο χώρος ήταν τόσο ήσυχος, που μπορούσε να ακουστεί η συζήτησή τους…
Το πρώτο έλεγε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΕΙΡΗΝΗ.

Μα οι άνθρωποι δεν καταφέρνουν να με διατηρήσουν: πιστεύω ότι δεν μου μένει άλλο από το να συνεχίσω να σβήνω!»

…κι έτσι αφέθηκε σιγά σιγά να σβήσει ολοκληρωτικά….

Το δεύτερο είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΠΙΣΤΗ.

Δυστυχώς δεν χρειάζομαι πουθενά.
Οι άνθρωποι δεν θέλουν να ξέρουν για μένα,
κι έτσι δεν έχει νόημα να παραμένω αναμμένο.».

… Μόλις ολοκλήρωσε τα λόγια του,
ένα ελαφρύ αεράκι φύσηξε πάνω του και το έσβησε…

Πολύ λυπημένο, το τρίτο κερί, με τη σειρά του είπε:

«ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ Η ΑΓΑΠΗ.

Δεν έχω τη δύναμη να συνεχίσω να παραμένω αναμμένο.
Οι άνθρωποι δεν μου δίνουν σημασία
Και δεν αντιλαμβάνονται το πόσο σημαντικό είμαι.
Αυτοί μισούν ακόμα και αυτούς που τους αγαπούν περισσότερο… ».

…ΚΑΙ ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΠΕΡΙΜΈΝΕΙ ΑΛΛΟ, ΤΟ ΚΕΡΊ ΑΦΈΘΗΚΕ ΝΑ ΣΒΗΣΕΙ…

Ξαφνικά…

Ένα μωρό μπήκε στο δωμάτιο και είδε τα τρία κεριά σβηστά.
Φοβισμένο από το μισοσκόταδο, είπε:

«ΜΑ ΤΙ ΚΑΝΕΤΕ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΤΕ
ΑΝΑΜΜΕΝΑ, ΕΓΩ ΦΟΒΑΜΑΙ ΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ.».

…και ξέσπασε σε δάκρυα…

Τότε το τέταρτο κερί είπε με συμπόνια:
«ΜΗ ΦΟΒΑΣΑΙ ΚΑΛΟ ΜΟΥ, ΜΗΝ ΚΛΑΙΣ:
ΟΣΟ ΘΑ ΕΙΜΑΙ ΕΓΩ ΑΝΑΜΜΕΝΟ, ΘΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ
ΠΑΝΤΑ ΝΑ ΞΑΝΑΝΑΨΟΥΜΕ ΤΑ ΑΛΛΑ ΤΡΙΑ ΚΕΡΙΑ…
Εγώ είμαι Η ΕΛΠΙΔΑ».

…με μάτια λαμπερά και γεμάτα δάκρυα,
το μωρό πήρε το κερί της ελπίδας, και ξανάναψε όλα τα άλλα…

ΑΣ ΜΗΝ ΣΒΗΣΕΙ ΠΟΤΕ Η ΕΛΠΙΔΑ ΜΕΣ  ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ…
Και καθένας από μας ας θυμάται (σαν εκείνο το μωρό),
να ανάβει ξανά με την Ελπίδα, την Πίστη, την Ειρήνη και την Αγάπη…

ΠΗΓΗ: Πάμπος Χαραλάμπους
(Απόσπασμα από ομιλία χριστουγεννιάτικης γιορτής)

Τρίτη 27 Δεκεμβρίου 2011

Βιντεοσκοπούσε τα παιδιά του 25 Χριστούγεννα ! (video)

Κάθε χρόνο για 25 χρόνια ο πατέρας τραβούσε βίντεο τα παιδιά του να κατεβαίνουν από τις σκάλες, για να ανοίξουν τα δώρα τους!

Mέσα σε τόσα χρόνια, μπορούμε να δούμε τις αλλαγές σε μια οικογενειακή παράδοση, με φίλους, συγγενείς, κατοικίδια αλλά και το σπίτι, να αλλάζουν κάθε χρόνο αλλά το συναίσθημα της χαράς να παραμένει πάντοτε το ίδιο...!

Δείτε το βίντεο


ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "Zappit.gr"

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Το χριστουγεννιάτικο δέντρο της Λάρνακας με ανακυκλώσιμες συσκευασίες






Δείτε το ψηλότερο Χριστουγεννιάτικο δέντρο παγκοσμίως κατασκευασμένο από ανακυκλώσιμες συσκευασίες!!!! Σε αυτό το βίντεο μπορείτε να δείτε σε λιγότερο από 2 λεπτά τον τρόπο κατασκευής του από την αρχή του έργου. Η Green Dot Κύπρου κατασκεύασε το εντυπωσιακό αυτό δέντρο το οποίο τοποθετήθηκε στην πλατεία Ευρώπης στην Λάρνακα, Κύπρος - χρησιμοποιήθηκαν πέραν των 20,000 ανακυκλώσιμες συσκευασίες. Το δέντρο έχει ύψος 20 μέτρα και διακοσμεί τον κεντρικό παραλιακό δρόμο της Λάρνακας. Θα βρίσκεται εκεί μέχρι το τέλος του 2011 για να το κοινό.

ΤΟ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΒΙΝΤΕΟ ΚΑΙ Ο ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΣΤΗ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ: http://www.youtube.com/watch?feature=player_embedded&v=zb7TLzIGFe4&fb_source=message

Πέμπτη 22 Δεκεμβρίου 2011

Χριστούγεννα στη σπηλιά, Φώτης Κόντογλου

Φώτης Κόντογλου
Χριστούγεννα παραμονές. Χριστούγεννα και χιονιάς πάντα πάνε μαζί. Μα εκείνη τη χρονιά οι καιροί ήτανε φουρτουνιασμένοι παρά φύση. Χιόνι δέν έρριχνε. Μοναχά που η ατμόσφαιρα ήτανε θυμωμένη, και φυσούσανε σκληροί βοριάδες με χιονόνερο και μ’ αστραπές. Καμμιά βδομάδα ο καιρός καλωσύνεψε και φυσούσε μια τραμουντάνα που αρμενιζότανε. Μα την παραμονή τα κατσούφιασε. Την παραμονή από το πρωΐ ο ουρανός ήτανε μαύρος σαν μολύβι, κ’ έπιασε κ’ έρριχνε βελονιαστό χιονόνερο.

Σε μια τοποθεσία που τη λέγανε Σκρόφα, βρισκότανε ένα μαντρί με γιδοπρόδατα, απάνω σε μια πλαγιά του βουνού που κοίταζε κατά το πέλαγο. το μέρος αυτό ήτανε άγριο κ’ έρημο, γεμάτο αγριόπρινα, σκίνους και κουμαριές, που ήτανε κατακόκκινες από τα κούμαρα. το μαντρί ήτανε τριγυρισμένο με ξεροτρόχαλο [=ξερολιθιά].

Οι τσομπάνηδες καθόντανε μέσα σε μια σπηλιά που βρισκότανε παραμέσα και πιο ψηλά από τη μάντρα και που κοίταζε κατά τη νοτιά. Μεγάλη σπηλιά, με τρία – τέσσερα χωρίσματα, κι αψηλή ως τρία μπόγια. Τα ζωντανά σταλιάζανε κάτω από τις χαμηλές σάγιες, που έσκυβες για να μπεις μέσα. Σωροί από κοπριά στεκόντανε εδώ κ’ εκεί, και βγάζανε μια σπιρτόζα μυρουδιά. Χάμω, το χώμα ήτανε σκουπισμένο και καθαρό, γιατί οι τσομπάνηδες ήτανε μερακλήδες, και βάζανε τα παιδιά και σκουπίζανε ταχτικά με κάτι σκούπες κανωμένες από αστοιβιές.

Αρχιτσέλιγκας ήτανε ο Γιάννης ο Μπαρμπάκος, ένας άνθρωπος μισάγριος, γεννημένος ανάμεσα στα γίδια και στα πρόβατα. Ήτανε μαύρος, μαλλιαρός, με γένεια μαύρα κόρακας, σγουρά και σφιχτά σαν του κριαριού. Φορούσε σαλβάρια κοντά ως το γόνατο, σελάχι στη μέση του, ζουνάρι πλατύ, βαριά τζεσμέδια στα ποδάρια του. το κεφάλι του το είχε τυλιγμένο μ’ ένα μεγάλο μαντίλι σαν σαρίκι, κ’ οι μαρχαμάδες [= τα κρόσια] κρεμόντανε στο πρόσωπό του. Αρχαίος άνθρωπος!

Είχε δυο παραγυιούς, τον Αλέξη και τον Δυσσέα, δυο παλληκαρόπουλα ως είκοσι χρονών. Είχε και τρία παιδιά, που τους βοηθούσανε στ’ άρμεγμα και κοιτάζανε το μαντρί νά ‘ναι καθαρό. Αυτές οι έξι ψυχές εζούσανε σε κείνο το μέρος, κρυφά από τον Θεό. Ανάρια βλέπανε άνθρωπο.

Η σπηλιά ήτανε καπνισμένη κι ο βράχος είχε μαυρίσει ως απάνω από την καπνιά που έβγαινε από το στόμα της σπηλιάς. Εκεί μέσα είχανε τα γιατάκια τους, σαν μεντέρια, στρωμένα με προβιές. Στους τοίχους της σπηλιάς είχανε μπήξει παλούκια μέσα στις σκισμάδες του βράχου, και κρεμόντανε καρδάρες, τυροβόλια, μαγιές, τουφέκια και μαχαίρια, λες κ’ ήτανε λημέρι των ληστών. Απ’ έξω φυλάγανε οι σκύλοι, όλοι άγριοι σαν λύκοι.

Η ακροθαλασσιά βρισκότανε ως ένα τσιγάρο απόσταση από τη μάντρα. Ήτανε έρημη, κι άλλο δεν ακουγότανε εκεί πέρα παρά μοναχά ο αγκομαχητός του πελάγου, μέρα – νύχτα. Με τον βοριά απάγκιαζε, και καμμιά φορά πόδιζε κανένα καΐκι. Αλλιώς δεν έβλεπες βάρκα πουθενά. Από το μαντρί αγνάντευε κανένας το πέλαγο ανάμεσα στα δέντρα, και το μάτι ξεχώριζε καθαρά τα βουνά της Μυτιλήνης.

Την παραμονή τα Χριστούγεννα, είπαμε πως ο καιρός χάλασε, κι άρχισε να πέφτει χιονόνερο. Οι τσομπάνηδες είχανε μαζευτεί στη σπηλιά κι ανάψανε μια μεγάλη φωτιά και κουβεντιάζανε. Τα παιδιά είχανε σφάξει δυο αρνιά και τα γδέρνανε. Ο Αλέξης έβαλε απάνω σ’ ένα ράφι μυτζήθρες και τυρί ανάλατο μέσα στα τυροβόλια, αγίζι και γιαούρτι. Ο Δυσσέας είχε μια παλιά Σύνοψη, κ’ επειδή γνώριζε λίγο από ψαλτικά κ’ ήξερε και πέντε γράμματα, διάβαζε τις Κυριακάδες κι όποτε ήτανε γιορτή κανένα τροπάρι και λιγοστά από τον Εξάψαλμο. Εκείνη την ώρα φυλλομετρούσε τη Σύνοψη, για να δει τι γράμματα ήτανε να πει.

Θά ‘τανε ώρα σπερινού. Κείνη την ώρα ακούσανε κάτι τουφεκιές. Καταλάβανε πως θά ‘τανε τίποτα κυνηγοί. το ένα παιδί, που είχε πάγει να φέρει ξύλα με τον γάϊδαρο, είπε πως το πρωΐ είχε ακούσει τουφεκιές κατά την από μέσα θάλασσα, κατά την Άγια-Παρασκευή. Οι σκύλοι πιάσανε και γαβγίζανε όλοι μαζί και πεταχτήκανε όξω από τη μάντρα.

Σε λίγο φανερωθήκανε από πάνω από τη σπηλιά δυό άνθρωποι με τουφέκια, και φωνάζανε τους τσομπάνηδες να μαζέψουνε τα σκυλιά, που χυμήξανε απάνω τους. Ο Σκούρης άφησε τους ανθρώπους κι άρπαξε ένα από τα ζαγάρια πού ‘χανε οι κυνηγοί και το ξετίναζε να το πνίξει. Ο κυνηγός έρριξε απάνου του, και τα σκάγια τον πόνεσανε και γύρισε πίσω, μαζί με τ’ άλλα μαντρόσκυλα, που πηγαίνανε πισώδρομα όσο κατεβαίνανε οι κυνηγοί. Τέλος πάντων, εβγήκε ο Μπαρμπάκος με τους άλλους και πιάσανε τον Σκούρη και τον δέσανε, διώξανε και τ’ άλλα σκυλιά.

«Ώρα καλή, βρε παιδιά!» φώναξε ο Παναγής ο Καρδαμίτσας, ζωσμένος με τα φυσεγκλίκια, με το ταγάρι γεμάτο πουλιά. Ο άλλος, που ήτανε μαζί του, ήτανε ο γυιός του ο Δημητρός. «Πολλά τα έτη!» αποκριθήκανε ο Μπαρμπάκος κ’ η συντροφιά του. «Καλώς ορίσατε!». Τους πήγανε στη σπηλιά.

«Μωρέ, τ’ είν’ εδώ; Παλάτι! Παλάτι με βασιλοπούλες!» είπε ο μπάρμπα-Παναγής, δείχνοντας τις μυτζήθρες που αχνίζανε. Τους βάλανε να καθήσουνε, τους κάνανε καφέ. Οι κυνηγοί είχανε κονιάκι. Κεραστήκανε.

«Βρε αδερφέ», έλεγε ο μπάρμπα-Παναγής, «ποιος να τό ‘λεγε, χρονιάρα μέρα, πως θα κάνουμε Χριστούγεννα στο σπήλαιο που εγεννήθη ο Χριστός! Εχτές περάσαμε στην Άγια – Παρασκευή, να κυνηγήσουμε λίγο. Ε, δικός μας είναι ο ηγούμενος, κοιμηθήκαμε στο μοναστήρι, και σήμερα την αυγή βγήκαμε στο κυνήγι. Βλέποντας πως φουρτούνιασε ο καιρός, είπαμε πως δε θα μπορέσουμε να περάσουμε το μπουγάζι με τη σαπιόβαρκα του μπάρμπα-Μανώλη του Βασιλέ. Κ’ επειδή ξέραμε απ’ άλλη φορά το μαντρί, και με το κυνήγι πέσαμε σε τούτα τα σύνορα, είπαμε νά ‘ρθουμε στ’ αρχοντικό σας… Μωρέ, τι σκύλο έχετε; Αυτό είναι θηρίο, ασλάνι και καπλάνι! Μπρε, μπρε, μπρε! το ζαγάρι το πετσόκοψε! Για κοίταξε τι χάλια το ‘κανε!» Και γύρισε σε μια γωνιά της σπηλιάς, που κλαμούριζε το σκυλί κ’ έτρεμε σαν θερμιασμένο. «Έλα δω, Φλοξ! Φλοξ!». Μα η Φλοξ από την τρομάρα της τρύπωνε πιό βαθιά.

Άμα ήπιανε δυό-τρία κονιάκια, ο μπάρμπα-Παναγής άρχισε να μασά τα μουστάκια του, και στο τέλος έπιασε να τραγουδά: «Καλήν εσπέραν, άρχοντες, αν είναι ορισμός σας, Χριστού την θείαν γέννησιν να πω στ’ αρχοντικό σας». Ύστερα ο Δυσσέας έψαλε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε».

Εκείνη την ώρα ακούσανε πάλι τα σκυλιά να γαβγίζουνε. Στείλανε τα παιδιά να δούνε τι είναι. Ο αγέρας είχε μπουρινιάσει κ’ έρριχνε παγωμένο νερό. Κρύο τάντανο!

Σε λίγο πάψανε τα σκυλιά, και γυρίσανε πίσω τα παιδιά. Από πίσω τους μπήκανε στη σπηλιά τρεις άντρες, που φαινόντανε πως ήτανε θαλασσινοί, και δυό καλόγεροι, βρεμένοι όλοι και ξυλιασμένοι απ’ το κρύο. Τους καλωσορίσανε, τους βάλανε και καθήσανε.

Μόλις πήγε κοντά στη φωτιά ο πρώτος, ο καπετάνιος, τον γνώρισε ο Μπαρμπάκος κ’ έβγαλε μια χαρούμενη φωνή. Ήτανε ο καπετάν-Κωσταντής ο Μπιλικτσής, που ταξίδευε στην Πόλη. Είχε περάσει κι άλλη φορά από τη Σκρόφα, κ’ είχανε δέσει φιλία με τον Μπαρμπάκο, που δεν ήξερε τι περιποίηση να τους κάνει. οι άλλοι δυό ήτανε γεμιτζήδες κι αυτοί, άνθρωποι του καϊκιού του.

Ο ένας από τους καλόγερους, ένας σωματώδης με μαύρα γένεια, ομορφάνθρωπος, ήτανε ο πάτερ-Σιλβέστρος Κουκουτός, καλογερόπαπας. Ο άλλος ήτανε λιγνός, με λίγες ανάριες τρίχες στο πηγούνι, σαν τον Άγιο Γιάννη τον Καλυβίτη. Τον λέγανε Αρσένιο Σγουρή.

Ο καπετάν-Κωσταντής ερχότανε από την Πόλη και πήρε στο καΐκι τον πάτερ-Σίλβεστρο, που είχε πάγει στην Πόλη από τ’ Άγιον Όρος για ελέη, κ’ ήθελε να κάνει Χριστούγεννα στην πατρίδα του. Ο πάτερ-Αρσένιος είχε ταξιδέψει μαζί του από τη Μονή του Παντοκράτορας στο Όρος, κ’ ήτανε από τη Θεσσαλία.

Ταξιδέψανε καλά. Μα σαν καβατζάρανε τον Κάβο-Μπαμπά, ο αγέρας μπουρίνιασε, κι όλη τη μέρα αρμενίζανε με μουδαρισμένα πανιά και με τον στάντζο, ως που φτάξανε κατά το βράδυ απ’ έξω από το Ταλιάνι. Ο καιρός σκύλιαξε κι ο καπετάνιος δεν μπόρεσε να ‘μπει στο μπουγάζι, να κάνουνε Χριστούγεννα στην πατρίδα.

Αποφάσισε λοιπόν να ποδίσει, και πήγε και φουντάρισε στ’ απάγκειο, πίσω από έναν μικρόν κάβο, από κάτω από το μαντρί. Κ’ επειδή θυμήθηκε τον φίλο του τον Μπαρμπάκο, πήρε τους γέροντες και τους δυο άλλους νοματέους και τραβήξανε για το αγίλι [=μαντρί]. Στο τσερνίκι είχανε αφήσει τον μπαρμπ’ – Απόστολο με τον μούτσο.

Σάν είδανε πως στη σπηλιά βρισκότανε κι ο κυρ-Παναγής με τον κυρ-Δημητρό, γίνηκε μεγάλη χαρά και φασαρία. «Μωρέ να δεις», έλεγε ο κυρ-Παναγής, «τώρα ψέλναμε το τροπάρι, κι απάνω που λέγαμε «εν αυτή γαρ οι τοις άστροις λατρεύοντες υπό αστέρος εδιδάσκοντο…», φτάξατε κ’ εσείς οι μάγοι με τα δώρα! Γιατί βλέπω μια νταμιζάνα κρασί, βλέπω λακέρδα, βλέπω χαβιάρια, βλέπω παξιμάδια, μπακλαβάδες, «σμύρναν, χρυσόν και λίβανον»! «Χα! Χα! Χα!» — γελούσε δυνατά ο κυρ-Παναγής, μισομεθυσμένος και ψευδίζοντας, και χάϊδευε την κοιλιά του, γιατί ήτανε καλοφαγάς.

Στο μεταξύ ο πάτερ – Αρσένιος ο Σγουρής ζωντάνεψε ο καϊμένος, κ’ είπε σιγανά χαμογελώντας και τρίβοντας τα χέρια του: «Δόξα σοι ο θεός, Κύριε ημών Ιησού Χριστέ, που μας ελύτρωσες εκ του κλύδωνος!» κ’ έκανε τον σταυρό του.

Ο πάτερ – Σίλβεστρος είπε να σηκωθούνε όρθιοι, κ’ είπε λίγες ευχές, το «Χριστός γεννάται», κ’ ύστερα με τη βροντερή φωνή του έψαλε: «Μεγάλυνον, ψυχή μου, την τιμιωτέραν και ενδοξοτέραν των άνω στρατευμάτων. Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον. Ουρανόν το σπήλαιον, θρόνον χερουβικόν την Παρθένον, την φάτνην χωρίον, εν ω ανεκλίθη ο αχώρητος Χριστός ο Θεός, ον ανυμνούντες μεγαλύνομεν.»

Ύστερα καθήσανε στο τραπέζι. Τέτοιο τραπέζι βλογημένο και χαρούμενο δεν έγινε σε κανένα παλάτι. Τρώγανε και ψέλνανε. Και του πουλιού το γάλα είχε απάνω, από τα μοσκοβολημένα τ’ αρνιά, τα τυριά, τα μανούρια, τις μυτζήθρες, τις μπεκάτσες και τ’ άλλα πουλιά του κυνηγιού, ως τη λακέρδα και τ’ άλλα τα πολίτικα που φέρανε οι θαλασσινοί, καθώς και κρασί μπρούσικο.

Όξω φυσομανούσε ο χιονιάς, και βογγούσανε τα δέντρα κ’ η θάλασσα από μακριά. Ανάμεσα στα βουΐσματα ακουγόντανε και τα κουδούνια από τα ζωντανά που αναχαράζανε. Μέσα από τη σπηλιά έβγαινε η κόκκινη αντιφεγγιά της φωτιάς μαζί με τις ψαλμωδίες και με τις χαρούμενες φωνές. Κι ο κυρ-Παναγής έκλεβε κάπου-κάπου λίγον ύπνο, ρουχάλιζε λιγάκι κ’ ύστερα ξυπνούσε κ’ έψελνε μαζί με τη συνοδεία.

Αληθινά, από τη Γέννηση του Χριστού δεν έλειπε τίποτα. Όλα υπήρχανε: το σπήλαιο, οι ποιμένες, οι μάγοι με τα δώρα, κι ο ίδιος ο Χριστός ήτανε παρών με τους δύο μαθητές του, που ευλογούσανε «την βρώσιν και την πόσιν».

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24γράμματα"

Κυριακή 18 Δεκεμβρίου 2011

Περί Χριστουγέννων…

Γράφει ο Γιώργος Δαμιανός
Γιατί γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα στις 25 Δεκεμβρίου;
Η Ιστορία του Χριστουγεννιάτικου δέντρου.
Πότε στολίστηκε το πρώτο δέντρο στην Ελλάδα
και πότε στην Αθήνα, στην Ουάσιγκτον, στο Λονδίνο;

Σήμερα, θεωρούμε δεδομένο και αυτονόητο ότι ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου. Τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, όμως, τα γενέθλια του Χριστού ήταν θέμα ατελείωτων συζητήσεων. Το ότι ο Χριστός γεννήθηκε στις 25 Δεκεμβρίου, αποφασίστηκε, τελικά, το 336 μ.Χ και ο λόγος ήταν ότι έπρεπε να αντικατασταθεί μια σημαντική γιορτή των Ελλήνων και των Λατίνων. Οι πιστοί της προηγούμενης θρησκείας, γιόρταζαν τις ημέρες εκείνες τη μεγάλη γιορτή της γέννησης του Ήλιου (Dies Solis Invectis Natalis). Κατά την αστρονομία, επίσης, 23 – 25 Δεκεμβρίου είναι οι μέρες του χειμερινού ηλιοστάσιου. Μέχρι τον 7ο – 8ο αιων. δεν έβρισκαν ησυχία με τέτοια ζητήματα, για παράδειγμα: ο Επιφάνιος (315 - 403) είχε προτείνει την 6η Ιανουαρίου ως ημέρα γέννησης του Χριστού, ενώ ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς (ο σημαντικότερος θεολόγος του β΄αιων.) είχε προτείνει τη 18η Νοεμβρίου. Αξιοσημείωτη λεπτομέρεια είναι ότι πρώτα προσδιορίστηκε η ημερομηνία της γέννησης του Χριστού (25 Δεκεμβρίου) και στη συνέχεια ορίστηκε η ημερομηνία της γιορτής της σύλληψης του Θεανθρώπου, ακριβώς εννέα μήνες νωρίτερα (Ευαγγελισμός της Θεοτόκου, 25 Μαρτίου).

Όταν ο χριστιανισμός θα διαδοθεί στους βόρειους λαούς της Ευρώπης, τότε, θα εμπλουτιστεί με νέα ήθη και έθιμα, όπως, για παράδειγμα το χριστουγεννιάτικο έλατο.

Το χριστουγεννιάτικο δένδρο καθιερώθηκε τον 8ο αιώνα από τον Άγιο Βονιφάτιο (672- 754), ο οποίος διαδίδοντας τον Χριστιανισμό στους Γερμανούς, έπρεπε να αντικαταστήσει τις δοξασίες των γηγενών πληθυσμών. Συγκεκριμένα, οι αρχαίοι Γερμανοί λάτρευαν τον ιερό δρυ (: βελανιδιά) και ο Βονιφάτιος τους τον αντικατέστησε με το χριστουγεννιάτικο έλατο. Πολλούς αιώνες αργότερα (το 1539) ο Μαρτίνος Λούθηρος θα κρεμάσει πάνω στο έλατο φαγώσιμα ή είδη ρουχισμού. Αυτά τα χρήσιμα δώρα θα αντικατασταθούν, αργότερα, με τα σημερινά άχρηστα στολίδια (μπάλες, λαμπάκια κ.α)

Το πρώτο Χριστουγεννιάτικο δένδρο στην Ελλάδα στολίστηκε το 1833 στο Ναύπλιο, έξω από το σπίτι του Όθωνα. Στη συνέχεια, όταν η πρωτεύουσα μεταφέρθηκε στην Αθήνα, η οικία του Όθωνα (ακόμα δεν υπήρχαν ανάκτορα) ήταν το μοναδικό στολισμένο σπίτι στην Αθήνα. Εμπρός στο σπίτι του βασιλιά, λοιπόν, έκαναν ουρά οι Αθηναίοι για να θαυμάσουν το πρωτόγνωρο δέντρο. Το στολισμένο καραβάκι δεν το γνώριζαν στην Αθήνα παρά μόνο σε ορισμένα νησιά. Συνεπώς, το χριστουγεννιάτικο έλατο ήταν μία νέα μόδα και δεν περιόρισε κάποια προϋπάρχουσα συνήθεια των Αθηναίων (και των περισσοτέρων Ελλήνων). Τώρα, γιατί πρέπει να το στολίζουμε, το δέντρο και τη φάτνη, με ψεύτικο χιόνι αυτό δεν έχει να κάνει με τη Βηθλεέμ, αλλά με τη Γερμανική προέλευση του εθίμου.

Πάντως και στην Εσπερία το έθιμο με το στόλισμα του δέντρο διαδόθηκε την ίδια, περίπου, εποχή. O Λευκός Oίκος απέκτησε το πρώτο του στολισμένο χριστουγεννιάτικο δέντρο το 1856, επί προεδρίας Φράνκλιν Πιρς, ενώ το παλάτι του Oυίδσορ στόλισε για πρώτη φορά χριστουγεννιάτικο δέντρο το 1834. Tο έφερε στο παλάτι ο Πρίγκιπας Aλβέρτος, σύζυγος της Bασίλισσας Bικτόριας για χάρη της βασιλικής οικογένειας.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "24grammata"

«Στόλισαν» το δέντρο των αγνοουμένων

Για κάποιους οι γιορτές είναι μέρες χαράς και διασκέδασης, για κάποιους άλλους είναι μέρες μνήμης, πόνου και θλίψης.

37 χρόνια μετά οι συγγενείς των αγνοουμένων περιμένουν και με μάτια βουρκωμένα στόλισαν για άλλη μια χρονιά το ιδιαίτερο χριστουγεννιάτικο δέντρο των αγνοουμένων.

Στην Πλατεία Ελευθερίας βρέθηκαν και φέτος στις 10 το πρωί μέλη την παγκύπριας οργάνωσης συγγενών αδηλώτων αιχμαλώτων και αγνοουμένων και με την βοήθεια της ομάδας εθελοντών πεζοπόρων Ραδιομαραθωνίου στόλισαν το καθιερωμένο πλέον χριστουγεννιάτικο δέντρο με τις φωτογραφίες των αγνοουμένων και τις κίτρινες κορδέλλες.

37 χρόνια μετά οι συγγενείς των αγνοουμένων διατρανώνουν την αποφασιστικότητά τους ότι θα συνεχίσουν τον αγώνα μέχρι να διακριβωθεί η τύχη και του τελευταίου αγνοούμενου.

ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ "SIGMALIVE"